Ευχόμαστε σε όλους Καλές Γιορτές !

Επισκέπτες
 Σήμερα : 14 
 Εχθές : 13 
 Συνολικά : 48294 
17.12.2017, 11:57 Europe/Athens

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"

Το Χωριό μας » Ιστορία » Μνήμες και Παραδόσεις » Μία Διαθήκη από το Βασιλειώνοικο, 1858

Από την "Φιλολογική Χίο" (τ. 9ος) 2003-2004, παραθέτουμε το παρακάτω άρθρο:



Μία Διαθήκη από το Βασιλειώνοικο, Μνημείο Ευλάβειας και Αγάπης*


Ιωάννου Ιακ. Κουνέλλη



Εισαγωγικά


  Παραθέτω κατωτέρω μια ενδιαφέρουσα διαθήκη του 1858 από το Βασιλειώνοικο. Το πρωτότυπο, που τώρα δημοσιεύεται διά πρώτη (όσο γνωρίζω) φορά, φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Χίου, η δε μελέτη έγινεν επί φωτοαντιγράφου, που το οφείλω στον κ. Κώστα I. Αμπανούδη, τον οποίο και ευχαριστώ. Το κείμενο είναι καταχωρισμένο στην 166η σελίδα επισήμου βιβλίου της κοινότητος Βασιλειωνοίκου. Η σελίδα αυτή έχει διαστάσεις 23 x 42 εκ. μ. Το άνω μέρος της καταλαμβάνει διαθήκη του Αργ. Αργυράκη προς τη σύζυγό του Λοξή (=Αλεξάνδρα), του 1839, το δε κάτω μέρος, διαστάσεων 23 x 19εκ. μ. καταλαμβάνουν οι 29 γραμμές (στίχοι) της υπό μελέτην διαθήκης.

  Από τις πρώτες σειρές του κειμένου γίνεται φανερό ότι έχομε μια συνδιαθήκη, που την συνέταξε ένα άκληρο ανδρόγυνο, δυο (προφανώς ηλικιωμένοι) σύζυγοι που δεν είχαν παιδιά. Η σύνταξις συνδιαθήκης δεν ήτο πράγμα ασύνηθες ή απηγορευμένο εκείνα τα χρόνια. Όχι μόνον σύζυγοι, αλλά και άλλοι συγγενείς συντάσσουν κοινή διαθήκη. Π.χ. σε κώδικα της Καλαμωτής του 1706 (Καββάδα: Οι Κώδικες, 80) βλέπομε ότι, "ο Μιχάλης Μαΐστρος, πρωτοψάλτης, και η συμβίος του ή Μαρού, παρών έμπροσθεν εμού του νοταρίου και των κάτωθεν μαρτύρων ομολογούν το παρόν...". Ακόμη συντάσσουν συνδιαθήκη θεία και ανεψιός, όπως βλέπομε στην συνδιαθήκη του αρχιμανδρίτου Θεόφιλου Ζαβορδινού και της θείας του μοναχής Χατζή Ευφημίας, που έγινε στη Σιάτιστα το 1866 και την εδημοσίευσε στην Εκκλησία (τευχ. 13/1987/526) ο μητροπολίτης Γρεβενών κ. Σέργιος. Στις ημέρες μας η σύνταξις συνδιαθήκης απαγορεύεται από το άρθρο 1717 του Α.Κ.

  Τέλος, σημειώνω ότι δεν ετήρησα την ορθογραφία και τη στίξη του κειμένου.


(*) Το παρόν άρθρο, το οποίο εγράφη – σύμφωνα με σημείωση του αείμνηστου συγγραφέα – στις 17/10/1990, μας το ενεχείρισε ο εκλεκτός συνάδελφος και φίλος κ. Γιώργης Διλμπόης, τον οποίο από τη θέση αυτή θερμά ευχαριστούμε.


Το κείμενο

Διαθήκη Μηνά Τσαγλή και της συζύγου του Μαρίας


  Επειδή διά την παράβασιν1 του πρωτοπλάστου Αδάμ ου μόνον θνητοί εξ αθανάτου2 κατέστημεν, αλλά φευ και τον θάνατον εκδεχόμεθα εν ημέρα ου προσδοκόμεθα και εν ώρα η ου γιγνώσκομεν, καθάπερ εν ευαγγελίοις ο Κύριος απεφήνατο, τούτου χάριν εγώ4 ο Μηνάς5 I.6 Τσαγλής7, Βασιλ.8, παρών και η σύζυγός του Μαρία9 φοβούμενοι μήποτε διά το άδηλον του θανάτου τους εις αυτούς αδιάθετοι μείνωσι10, σώας έχουν11 τας φρένας και τον νουν υγιά12, την παρούσαν τελευταίαν διατίθουν13 διαθήκην των.

  Και πρώτον μεν ομολογούν και πιστεύουν άπαντα τα ιερά δόγματα της του Χριστού Αγίας Εκκλησίας της Ανατολικής, ως τέκνα αυτής γνήσια, επομένως δε αφίημι14 πάσι τοις αδελφοίς αγάπην και συγχώρεσιν ομοίως και αυτοί προς αυτούς15, όσους εν λόγω ή έργω ελύπησαν.

  Έπειτα διατάττουν τα περί της ευρεθείσης16 περιουσίας των πρώτον μεν διά να πληρωθή /, αν έχουν, χρέος17 και δεύτερον διά ψυχικήν των σωτηρίαν πρώτον αφήνουν και οι δυο των, Μηνάς και Μαρία, του Αγίου Γεωργίου18, Βασιλ.19 γρ.(όσια) εκατόν (αριθ.100), του Αγίου Παντελεήμονος18 γρ. εκατόν αριθμ.100 εις τον Αγιον Ματθαίον20, όταν διορθωθή, γρ. εκατόν/ αριθμ.100 αφήνουν του Μονοδεδρίου21 κείμενον εις το Πυργί22 του Αγίου Γεωργίου μια αγρυπνίαν23 γρ.εκατόν, αριθμ.100 εις τον/ Αγιον Γεώργιον του Μελανού24 γρ. εκατόν αριθμ.100 όταν διορθωθή21.

  Εις το νοσοκομείον των λωβών25 (αφήνουν) γρ. πενήντα αριθμ.50, του παπά Λε/οντίου Τσεπρού26 γρ. δέκα αριθμ.10, του παπά Διονυσίου Κεφαλάδη27 γρ. δέκα αριθμ.10, του παπά Ιακώβου Κουνέλη28 γρ. δέκα αρ.10/.

  Αφήνει ο άνωθεν Μηνάς εις των δυο του αδελφών29 Δημ.30 και παπά Σεραφείμ31 από γρόσια του καθενός πενήντα αριθμ.50 ομοίως/ και της αδελφής του Μαρούκας32 γρ. πενήντα αριθμ.50 διά τελείαν κληρονομίαν33.

  Αφήνουν και των βαπτισιμιών34 των αγοριών και κοριτσιών των μεν αγοριών γρόσια είκοσι πέντε αριθ.25, των δε κοριτσιών γρόσια εκατόν35α αριθ.100.

  Αφήνει και η άνωθεν Μαρία διά κληρονομιάν των συγγενών35β της από γρόσια του καθενός εικοσιπέντε αριθμ.25, διά τελείαν κληρονομίαν.

  Έτσι αφήνουν και οι δυο των, Μηνάς και Μαρία, εις την Θεοδωρούλαν, θρεπτικιάν36 των , θηγάτηρ37 του Ματθαίου Δανήλη38, το χωράφιον όπερ έχουν κείμενον εις του Κάντιαλλη39 το οποίο αγορά40 των, πλησίον Νικολ. Θρουβάλα41 και έτερον χωράφιον κείμενον εις τους Μύλους42, το οποίον αγορά των, και γρόσια/ τον αριθμόν τριών χιλιάδων43, αριθμ.3000, και ό,τι μείνει44 εκ της περιουσίας των δύο Μηνά και Μαρίας, εκ των κινητών και ακινήτων, να μένουν εις την θρεπτικιάν των Θεοδωρούλαν. Αύτη, λέγουν, να πληρώνη τα άνωθεν αφιερώματα, την θανή45 των και τρία μνημόσυνα, το εν με τον αρχιερέα46 και τα δύο κατά τα ήθη47 του τόπου μας· και να πληρώνη και επιτρόπων μας48 από γρ. του καθενός πενήντα αριθμ.50, οι οποίοι49 Γεωργ. Φλατσούσης50, Αλέξιος Φράγκος51 και Ματθαίος Δανήλης. Ούτοι, λέγουν, να έχουν την ισχύν και το κύρος να επιστατήσουν να εκτελέσουν αυτά οπού είναι γεγραμμένα κατά την αυτών βούλησιν και όποιος τολμήση54 να διασείση την παρούσαν διαθήκην, οπού είναι κυρία52 και βεβαία εις την οποίαν επιθέτουν53 το σημείον του †

  Παραγγέλλουν να ανοιχθή μετά τον θάνατον των ενώπιον του δικαστηρίου και να εκτελεσθή μεθ' όλης της ακριβείας εις τον αιώνα τον άπαντα.

  Υπεγράφη η παρούσα μετά των αξιόπιστων υπογραφών55.


Χίος τη 24 Νοεμβρίου 1858 ημέρα Δευτέρα ώρα τρίτη56 της ημέρας

Μηνάς Τσαγλής βεβαιώ και επικυρώ


Ο μνήμων χ. Βασιλειωνοίκου Νικ. Καράδης57α 57β


  Απαράσθη58 εις το βιβλίον 10 Απριλίου 1883

  Ο μνήμων Παντολέων59 Μιχ. Καμπουράκης60



Σχόλια


1. Εννοεί το προπατορικόν αμάρτημα, την παρακοή των πρωτοπλάστων στην εντολή του Θεού "από του ξύλου, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού, ή δ’ αν ημέρα θανάτω αποθανείσθε, (Γεν.Β 17). Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας "το προπατορικόν σώμα δεν υπέκειτο εις τους νόμους της φθοράς και του θανάτου, οι οποίοι εισήλθον και ισχύουν εις την κτίσιν μετά το προπατορικό αμάρτημα, (Β. Μουστάκης εις Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια Π,626). Σχετικά υπενθυμίζουμε τα λόγια της επιμνημόσυνου ακολουθίας "παραβάσει εντολής πάλιν με επιστρέψας εις γην, εξ ης ελήφθην".

  Τέλος παρατηρούμε ότι ο μνήμων που συνέταξε τη διαθήκη καταλογίζει ευθύνη διά την παράβασι μόνο στον Αδάμ, ο οποίος εν τούτοις, κατά τον Παύλο (Α΄Τιμ. 2,14) "ουκ ηπατήθη". Η διατύπωσις αυτή του μνήμονος, που απαντά και σε άλλες διαθήκες (Ι.Μ. Πουλή: Το Χαλκειός Β' 217 υποσημ.) έχει την έννοια ότι ο Αδάμ ημπορούσεν, αν ήθελε, να ματαιώση το σχέδιο του διαβόλου. Ιδέ Παύλου Ρω.5,14. Γενικά ιδέ: I. Ρωμανίδου: Το προπατορικόν αμάρτημα, Θεσ/κη , εκδ. Πουρναρά.

2. Αντί: αθανάτων

3α. Εγδεχόμεθα: αντί εκδεχόμεθα. Εν ημέρα ου προσδοκόμεθα και εν ώρα ην ου γιγνώσκομεν· η ορθή διατύπωσις είναι: “Εν ήμερα ην ου προσδοκώμεν και εν ώρα ην ου γινώσκομεν".

3β. Το ευαγγέλιο (Ματθ.24,50 και Λουκ.12,46) λέγει "ήξει ο Κύριος του δούλου εκείνου εν ημέρα η ου προσδοκά και εν ώρα η ου γιγνώσκει“. Εις διαθήκην της Αγνής Φίρφυρα από την Σιάτιστα (κατά το 1788) διαβάζομε: "Επειδή κατά το κυριακόν λόγιον ο θάνατος ως κλέπτης έρχεται, διά τούτο και εγώ, η Αλέξινα Φίρφυρα, το άωρον, εξαφνικόν και ανέλπιστον στοχαζομένη το θάνατον (αντί: του θανάτου) ίνα μη ανετοίμως έχουσαν εύρη με και μήπως τα εμαυτού (sic) αδιόρθωτα και ατελή ευρεθώσι, ποιώ την παρούσαν μου διαθήκην" (Μητροπολίτου Γρεβενών Σεργίου: "Η ιερά μονή του οσίου Νικάνορος", Εκκλησία τευχ.12/1987/475-476). Πβλ. Αποκαλ. 16,15: Ιδού έρχομαι ως κλέπτης” και 2 Πε, 3,10 και 1 Θεσ. 5.2 “ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί". Εις Κανελλάκη (Χιακά Ανάλεκτα, εκδ. 1983, σ. 460) αναφέρεται : "ανηκοδόμητα και αδιόρθοτα". νομίζω ότι το "ανηκοδόμητα πρέπει να γίνη "ανοικονόμητα".

4. Εγώ ο Μηνάς· αν έλειπεν η αντων. "Εγώ", θα απεφεύγοντο οι εφεξής συντακτικές ανωμαλίες.

5. Μηνάς· το ιστορικό μοναστήρι του Αγ. Μηνά (του τέλους του 16ου αι.) κοντά στο Νεχώρι και ο (νυν μητροπολιτικός) ναός των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, ίσως δε άλλοι ναοί του εξ Αιγύπτου στρατιωτικού Αγίου αλλαχού της Χίου (π.χ. εις τα χωριά Βολισσό, Μεστά, Ολύμπους, Χάλανδρα και εις Καλαμωτήν με το όνομα Αγ. Βίκτωρες) συνετέλεσαν να ευρίσκωμε διαδεδομένο το όνομα Μηνάς μεταξύ των Χίων (ως βαπτιστικό και ως επώνυμο). Σε μερικά μέρη της Ελλάδος υπάρχουν χωριά ονομαζόμενα Άγιος Μηνάς, στην Αίγυπτο δε, 90 χιλμ. Δυτ. της Αλεξανδρείας, ένα τέτοιο χωριό έγινεν ένδοξο κατά τον β' παγκόσμιο πόλεμο (Οκτώβρ. 1942). Είναι το Ελ Αλαμέιν, του οποίου τη γη επότισαν με τίμιο αίμα ηρωικοί Χίοι πολεμιστές, εξ ων τρεις μαθητές του Γυμνασίου (Αρρένων) Χίου, συντρίβοντας τις δυνάμεις του Ρόμελ (Ιδέ Ενημερωτικό Δελτίο Πανελλήνιου Συνδέσμου Ριμινιτών - Ιερολοχιτών τευχ. 14/1985/4) και Αποστ. Δασκαλάκη εις περιοδ. Ήλιος Αθηνών, τεύχος 97/22-12-1945 σ.38).

6. Ι. Ίσως είναι το αρχικό του ονόματος Ιωάννης

7. Τσαγλής· έγινεν από το Τσαγρής (κατ' ανομοίωσιν, όπως Γληγόρης, από το Γρηγόρης, Σκλιβάνος από το Σκριβάνος, Χαλάνδρι από το Χαράδρι (Αμάντου ίλαισσ. Μελετήματα 166). Το Τσαγρής έγινεν από το : τσάγρα= ποντικοποτγίδα, άλλως φάκα, τσάκα (λ. ονοματοποιημένη). Η λ. τσάγρα αθησαύριστη εις Πασπάτη X. ίλωσσάριον, Δημητράκου Μέγα Λεξικόν κ.λπ., Στεφάνου X. Μελετήματα Β' Χίος 1959, περιλαβάνεται εις Πουλή: Το Χαλκειός Γ΄540. Είπαν τσάγρα>τσάγρας ή τσαγρής, αυτός που κατασκευάζει ή πωλεί τσάγρες. Έτσι βράκα>βρακάς, γαβάθα>Γαβαθάς, κουντούρα (τουρκ. το χαμηλό υπόδημα)>Κουντουράς ή Κουντούρης, λαγήνα>Λαγηνάς- Λαϊνάς, πέτρα>Πετράς ή Πετρής (ίσως όμως το τελευταίο τούτο από το Πέτρος) χάνδρα>Χανδράς ή Χανδρής κ.λπ. Στηριζόμενοι στο γεγονός ότι στις βόρειες επαρχίες της χώρας μας το ζ αντικαθιστά το τσ, (ττ.χ. ζιάντα= τσιάντα) θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε το επώνυμο Τσαγράς (Τσαγρής) με το Ζάγρας που απαντά ήδη στα 1800 στη Σκύρο (Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών 26/1984-1985/117).

  Τέλος ο Βαγιακάκος (περιοδ. Αθηνών Ιστορία, τευχ. 9/1969/Τ57) νομίζει ότι το επ. Τσαγρής παράγεται από τη λ. τσάγρα= τόξο βαρβαρικής επινοήσεως των βυζαντινών χρόνων. Σε προικοσύμφωνο από τη Βέσσα (του 1607) απαντά Ζταγρής ήτοι Τζαγρής που ταυτίζεται με το Τσαγρής (Βισβίζη 85).

8. Βασιλ. Εδώ σημαίνει Βασιλειωνικούσης, παρακάτω (σημ.19) σημαίνει Βασιλειώνοικο. Τούτο είναι ένα από τα Καμπόχωρα της Χίου και αναμφισβητήτως έλαβε το όνομα εκ των βασιλέων οίκων των μνημονευόμενων εν τη επιγραφή του Αττάλου (Αθηνά Κ 168), ως γράφει ο αοίδιμος Άμαντος (Γλωσσ. Μελετήματα 144). Εις την τοποθεσίαν δηλ. του Βασιλειωνοίκου υπήρχαν οι κατοικίες των θρησκευτικών αρχόντων (βασιλέων) της Χίου κατά την αρχαιότητα (ιδέ και Ζολώτα: Ιστορία της Χίου, A1 562).

  Τα εθνικά σε -ουσης συνηθίζονται στη Χίο· είναι περίπου τριπλάσια από τα εθνικά που έχουν διαφορετικές καταλήξεις· Άγιο Γάλας>Αγιογαλούσης, Ολύμποι>Λυμπούσης, Πυργί>Πυργούσης. Εσχηματίσθησαν κατά το παράδειγμα των αρχαίων: Αλιμούσιος, Αμαθούσιος, Αριούσιος, Αχερούσιος, Ελαιούσιος, Πηλούσιος, Ραμνούσιος, Συρακόσιος-Συρακούσιος.

9. Μαρία· εννοείται: παρούσα. Ποίον το γένος της Μαρίας δεν αναφέρεται. Μήπως ήτο συγγενής του μνημονευομένου κατωτέρω Δανήλη, του οποίου μία κόρη ανέθρεψαν οι διαθέτες;

10. μήποτε μείνωσι· δηλ. μήπως (επειδή η ώρα του θανάτου είναι εις αυτούς άγνωστος) μείνουν, ευρεθούν μετά θάνατον χωρίς διαθήκη. Διαφορετική διατύπωσι του ιδίου νοήματος έχομε από διαθήκη του 1705 από την Καλαμωτή της Χίου (Καββάδα: Οι κώδικες της Χίου 72) "πτοείται μήπως τα άπαντά του καλά αδιόρθωτα μένουσι". Ένας μοναχός Μάξιμος, αιώνες παλαιότερα (1247), εχρησιμοποίησε άλλη λέξι “φοβούμενος μήπως η συνήθης απομάκρυνσις της ανθρώπινης φύσεως καταλαβούσα και εις εμέ τα κατ' εμέ ευρήσει αδιεύθετα" (εις Μικρασιατικά Χρονικά Β'/1939/263). Αξιοσημείωτη είναι η διατύπωσις της ίδιας σκέψεως από τον στρατηγό Ιω. Γκούρα που έγραψε το 1824: “1824 Μαγίου 3 από τα περιστατικά εν καιρώ πολέμου φοβούμενος μην ο θάνατος με αδράξει, κάνω τη διαθήκη μου τακτικώς, οπού είμαι με τα φρένας μου".

11. έχουν· αντί: έχοντες

12. υγιά· Έβαλε πλεονασμό, διά να τονίση ότι οι συντάσσοντες τη διαθήκη των δεν στερούνται ένεκα νόσου ή γήρατος της χρήσεως του λογικού των (πρβλ. άρθρο 1719 του ισχύοντος Α.Κ.). Ιδέ ακόμη Καββάδα: Οι κώδικες 75 διαθήκη του 1799 από Ολύμπους: "Η Αγγερού θυγάτηρ του ποτέ Γεώρργη Νεαμονίτη... σώας έχων τα φρένας, τον νουν και την γλώτταν προς λαλιάν κινουμένη...".

13. διατίθουν· αντί: συντάσσουν

14. αφίημι· ο μνήμων παρεσύρθη από τη συνήθεια να συντάσση διαθήκη ενός ατόμου• έπρεπε να γράψη: αφήνουν. Ο αρχαίος τύπος αφίημι (αντί αφήνω) θα προέρχεται από κάποιο υπόδειγμα συμβολαιογραφικών πράξεων λογίου μνήμονος.

15. αυτούς· έπρεπε να γράψη: παρακαλούν να συγχωρήσουν και εκείνοι αυτούς (τον Μηνά και την Μαρία).

16. ευρεθείσης· αντί: ευρεθησομένης.

17. χρέος· δεν αναφέρεται στην διαθήκη κάποιο συγκεκριμένο χρέος, ίσως όμως δημιουργηθή κάτι στον υπόλοιπο χρόνο της ζωής των. Τότε θα πρέπει να το εξοφλήση η Θεοδ. Δανήλη από τις 3000 γρόσια που της κληροδοτούν.

18. Αγ. Γεωργίου· είναι ο ενοριακός ναός του Βασιλειωνοίκου. Τον προεπαναστατικό ναό εκρήμνισαν οι Τούρκοι (1822), ανήγειρε δε η ευλάβεια των χωριανών ταχέως. Έπειτα τον κατερείπωσεν ο σεισμός (1881) και τον ανωκοδόμησαν πάλι σι χωριανοί στην ωραία και καλοφροντισμένη μορφή που έχει σήμερα. Ιδέ και Γιούργαλι: Η Πισπιλούντα Α' 627. Και ο αρχαίος ναός του Αγ. Παντελεήμονος κατηδαφίσθη υπό των Οθωμανών (1822), ανηγέρθη δε πάλιν (πάντως μετά το 1858), διά να κρημνισθή από τον σεισμόν (1881). Τελευταία έχει ανοικοδομηθή.

19. Βασιλ. Εννοεί: Βασιλειωνοίκου

20. όταν ανοικοδομηθή μετά την καταστροφή του από τους Οθωμανούς το 1822. Ο μικρός ναός του Ευαγγελιστού Ματθαίου εις το ΒΔ άκρο του Βασιλειωνοίκου ανωκοδομήθη το 1879 από τον Σταμ. Αντ. Αργυράκην, Βασιλειωνοικούση, καθώς μαρτυρεί ωραία επί μαρμάρου επιγραφή. Μερικοί από τους πολυαρίθμους ναούς που κατεστράφησαν κατά την επανάσταση δεν ανηγέρθησαν έκτοτε, όπως ο ναός της Αγ. Υπακοής του Λωβοκομείου. Αλλους τους ξανάκτισεν η ευλάβεια των Χίων, αλλά τους περίμενε νέα καταστροφή από τον Εγκέλαδο (1881).

  Εδώ δεν γίνεται λόγος περί ναού του Αγ. Ιακώβου που πρέπει να υπήρχε στο Βασιλειώνοικο, διότι πολλοί άρρενες Βασιλειωνοικούσοι φέρουν το όνομα Ιάκωβος και ο κ. Αντ. Π. Στεφάνου , επιμελητής αρχαιοτήτων, μιλούσε διά μία ανάγλυφη από μάρμαρο εικόνα του Αδελφοθέου Αγίου, που ευρίσκετο εις το υπέρθυρο του παλαιού διδακτηρίου του Βασιλειωνοίκου. Ίσως ο ναός να είχε καταρρεύσει πολύ προ της Επαναστάσεως (1822) και οι χωριανοί να είχαν τρόπον τινά παραιτηθή από την ευσεβή φιλοδοξία να τον ανοικοδομήσουν.

21. Αφήνουν του Μονοδενδρίου κείμενον εις το Πυργί του Αγ. Γεωργίου μίαν αγρυπνίαν γρ.100. Η λ. Μονοδενδρίου πρέπει ν' αντικατασταθή με τη λ. μοναστηρίου. Η λ. κείμενον να διορθωθή εις: κειμένου.

22. Πυργί· εννοεί το μεγάλο και ιστορικό χωριό της ΝΑ Χίου Πυργί. Όλο το χωρίον πρέπει ν' αποκατασταθή, έτσι: Αφήνουν του μοναστηρίου του κειμένου εις το Πυργί (και τιμωμένου επ' ονόματι) του Αγ. Γεωργίου (διά) μίαν αγρυπνίαν γρ.100. Ο Μηνάς Τσαγλής ίσως κατήγετο από τ' Αρμόλια και να είχε δεσμούς με το μοναστήρι Αγ. Γεωργίου εις το Πυργί.

23. αγρυπνία· εννοεί τη δαπάνη, διά να γίνη μια αγρυπνία (παννύχιος εκκλησιαστική ακολουθία) υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των. Η ωραία συνήθεια των αγρυπνιών εστηρίχθη εις το παράδειγμα του Κυρίου, ο οποίος ήν διανυκτερεύων έν τή προσευχή τού θεοΰ" (Λουκ.6,12). Ας σημειωθή ότι εις την Καππαδοκία εσυνηθίζετο το γυναικείο όνομα Αγρυπνία (Φ.Δ. Αποστολοπούλου: "Τα βαπτιστικά ονόματα", Δελτίον Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Α'/1977/99).

24. Μελανού· εννοεί τον ναό του Αγ. Γεωργίου Μελαχροινού (ή Ταγκαλάκη) έξω και ανατολικά του χωρίου Βασιλειωνοίκου, επί λοφίσκου. (Ιδέ Ν. Ζ. Περρή: Ο Κάμπος της Χίου, Α΄153). Η προσωνυμία προέρχεται από το επώνυμο του ιδιοκτήτου. Ο σημερινός ναός είναι μια επιμήκης καμαροσκέπαστη βασιλική διαστάσεων 6x16μ. περίπου. Έξω από τη νοτινή είσοδο είναι μια μεγάλη πέτρα, σχήματος κυβικού, με εγχάρακτη τη χρονολογία 1647. Στο εσωτερικό η εικόνα του Αγ. Γεωργίου σε ξύλο ραγισμένο φέρει τις ενδείξεις: Διά χειρός Θωμά 1833.
Δέησις της δούλης του Θεού Αγγερούς του Μ...

25. Λωβών· εννοεί το λωβοκομείο (άλλως Λαζαρέττο), λεπροκομείο, που ελειτούργει ήδη προ του 1400 παρά τον Κοφινά, δυόμισυ χλμ. ΒΔ της πόλεως Χίου. Τούτο έπαυσε να λειτουργή προ τριάκοντα περίπου ετών (σχετικά : Παϊδούση Μικέ : "Η ιατρική εν Χίω κατά τους τελευταίους αιώνας", στο Περιοδικόν Συλλόγου Αργέντη Β'/1940/ και ΣΤ΄/1964. Ακόμη Γκιάλα Αθαν. "Η κοινωνική ττρόνοια εις την Χίον", στο περιοδ. Χιακή Επιθεώρησις τ.10/1972, Χαβιάρα-Καραχάλιου Σεβ. στο περ. Χιακή, τεύχ. 7/1987/122-126, όπου και βιβλιογραφία).

  Από την διάταξι περί λωβοκομείου αρχίζει η καθαυτό φιλανθρωπική διάθεσις του ανδρογύνου, πατροπαράδοτος αρετή των Χίων.

  Ιδού μια διαφορετική διατύπωσις ομοίας δωρεάς: "αφήνει ο Χατζή Λουρεντζής Σκυλίτζης (το 1816) εις το Λαζαρέττον ασλάνια 1500 και εις τους λελωβομένους αδελφούς της Θεοτόκου της Υπακοής ασλάνια 3000”. Δηλ. το α' ποσόν πηγαίνει κατ' ευθείαν στη διοίκησι του ιδρύματος και εφ' άπαξ' το άλλο ποσόν θα τοκίζεται και οι τόκοι θα διανέμωνται ως βοήθημα εις τους νοσηλευομένους (Καββάδα: Θυμιανούσικα Έγγραφα 92).

26. Τσεπρός· είναι αυτός που έχει στο πρόσωπο τσεπράδες, φακίδες, ο στικτός.

  Ο Κοραής (Άτακτα Β΄ 350) συνδέει τη λέξι με το σαπρός. Ανάλογα επίθετα έχομε στη Χίο: Λουφάκης (ίσως από το λατ. lupus = λύκος, νόσος δερματική), Παν(ν)άδης (που μπορεί να προέρχεται και από παν(ν)άς= αυτός που κατασκευάζει ή πωλεί παν(ν)ιά, υφάσματα), Πιτσιλάς, Πιτσιλάδης , Φακάς. Από άλλα μέρη είναι γνωστά Μπιμπίκας, Παρδαλός, Παρδαλάκης (βουλευτής του 1821), Μπενλί (στη Νεάπολι Καππαδοκίας), Πεγλής= στικτός (Καππαδοκία).

  Στην Κύπρο οι λ. πάτσαλης και πάτσαλος σημαίνουν τον παρδαλό εξ απόψεως ηθικής, τον κρυπτοχριστιανό (Ιδέ Ελ. Νικολαΐδου: "Ο κρυπτοχριστιανισμός κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας" εις Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις μνήμην των Νεομαρτύρων 1986, εκδ. I. Μητροπόλεως Θεσ/κης, Θεσ/κη 1988, 333).

  Επίθετα αυτής της κατηγορίας είναι γνωστά και από την αρχαιότητα. Ο Πλούταρχος εις τον βίο του Σύλλα (κεφ.2 ) λέγει ότι ο Ρωμαίος δικτάτωρ επήρεν αυτό το όνομα, επειδή "έξήνθει τό ερύθημα τραχύ καί σποράδην καταμεμιγμένον τη λευκότητι.". Και από τους Αχαρνεϊς του Αριστοφάνους είναι γνωστή μία Ψακάς (=Πιτσιλού).

  Εν πάση περιπτώσει, η παρουσία στιγμάτων, φακίδων, στο πρόσωπο είναι κάτι ανεπιθύμητο• όθεν και το σκωπτικό δημοτικό τραγούδι:

  Ανέβα πάνω στο βουνό και κόψε κουτσουνάδες

  Και τρίψε τες στη μούρη σου να βγουν οι πετσιλάδες

  (από το βιβλίο του κ. Χρυσ. I. Μονιώδη: Ο Ληθής, σ.128).

  Τέλος, αφού ο λόγος είναι διά τον ιερέα Τσεπρό, διερωτώμαι αν ο σημειούμενος εις πωλητήριο του 1819 (Καββάδα: Θυμιανούσικα Έγγραφα 130) ως παπά Λιονής Τζεπρούδης είναι το αυτό πρόσωπο με τον παπά Λεόντιο Τσεπρό.

27. Κεφαλάδης· άλλος τύπος του συνήθους επιθέτου Κεφαλάς ή Κεφάλας (δηλ. άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι ή αμβλύνους, πείσμων). Απαντά και ως Κεφαλίδης. Από την αρχαιότητα γνωρίζουμε έναν Κέφαλο, μυθικό πρόσωπο, και τον πατέρα του Λυσίου (βλέπε Πλάτωνος Πολιτεία). Στα Βυζαντινά χρόνια έχομε τον Κων. Κεφαλά που συνεκρότησε ποιητική ανθολογία στις αρχές του 10ου αι. (Ζακυνθηνού, Βυζ. Ιστορία 324-1071 Αθήναι 1977, σ.358) και Μωροθόδωρο (περίπου 1200) γνωστό με την τουρκική επωνυμία Μαγκαφάς (Κεφάλας) που είναι ταυτόσημη με το : Μαγκούφης.

  Στο 1821 έχομε αγωνιστή Κεφαλά και το ίδιο επίθετο έχει στο τέλος του ίδιου αιώνος ο Αγιος Νεκτάριος, ένας αδελφός του οποίου ο Χαράλα¬μπος, δάσκαλος, ενυμφεύθη στο Ληθή και έκαμε πολυμελή οικογένεια (Χρυσ. Ι. Μονιώδη: Ο Ληθής 1986, σ.84).

  Ο λαός μας λέγει ακόμη: Καυκάλας, Κούτρας, ή Κουτρής (κεφάλας) και εχρησιμοποίησε τις ξένες λέξεις: Μπαλαμπάνης ή Βαλαβάνης (τουρκ.), Κόκκας (αλβ.), Γκλαβάς ή Γκλάβας (σλαβ.).

  Ανάλογα επίθετα που επισημαίνουν ότι κάποιο μέρος του ανθρωπίνου σώματος είναι κάπως μεγαλύτερο του κανονικού (ονόματα μεγεθυντικά) απαντούν σ' όλες τις εποχές της ιστορίας μας (Τριανταφυλλίδης: Τα οικογενειακά μας Ονόματα, σσ.54 και 82), ακούονται δε και σήμερα αρκετά: Αυτιάς, Αχειλαράς (χείλος-αχείλι), Βιλλαράς (ή Βηλαράς), Βυζάς, Δοντάς ή Δόντης (εξωραϊσθέν, καθώς έλεγεν ο αείμν. Χίος βιβλιοπώλης Ν. Χαβιάρας, εις Δάντης!) Καβύρης-Καπΰρης=Καφύρης-Καφούρος (=ρουθουνάς), Κάννης (=Ποδαράς), Κοιλιάρης (αρχαίο Γάστρων), Κουτέλας-λής (αρ¬χαίο Μετωπίας), αδελφοί Κωλαράδες (στα 1821), Μακροποδάρας (αρχαίο Κνήμων), Μακρυμάλλης, Μακρυμούρας (1821), Μαλλιούρης, Μουστάκας, Μύτης-τάς-ταράς (λατ. Naso), Παίδαρος, Παλαμάς, Νύχας, Πατούνας-νης- σας-χας, Ποδαράς, Ριφουνάς (=Ρουθουνάς), Στηθάτος, Φρυδάς, Χειλάς (αρχαίο Χειλών), Χέρας (πρβλ. Αρταξέρξης ο Μακρόχειρ, Πλουτάρχου Αρταξ.1).

  Εδώ νομίζω έχει τη θέσι του το επίθετο Ακασής, που απαντά στο Βασιλεώνοικο. Κατά τη γνώμη μου τούτο παράγεται από την τουρκική λ. κας=φρύδι. Ακασής λοιπόν σημαίνει φρυδάς. Είναι γνωστός ένας Ανδρέας Κασής (1750c), χορηγός σχολείων στην Πελ/σο. Γνωρίζομεν επίσης το επίθετο Καρακάσης-δίσης=Μαυροφρύδης.

  Το αρχικό επίθετο Κασής έλαβε το επιτατικό πρόθεμα α και έγινεν Ακασής, όπως βάια (τα) Βάιος, Βαγιανός, Αβαγιανός. Βδέλλα, αβδέλλα>Αβδελλάς- ιώδης

  (πρβλ. Καταβασιώτικο νερό, μούπαν πως έχει αβδέλλες

  μα εγώ το εδοκίμασα κι έχ' εύμορφες κοπέλλες

  (Χιακή Επιθ., τεύχ.14,σ.12),

καβάλλα>Ακάβαλλος, Σκέλος>Ασκελής-ίδης, στοιβή>Αστοιφίδης, ράθυμος>Αράθυμος (πβλ. Γέρον άνδρα μου δίνουν και είναι αράθυμος), Κριθαράκι = άκριθας (φλεγμονή του βλεφάρου)>Ακριθάκης, νάμα, ανάμα, αναματερό (δοχείο του νάματος)>Αναματερός, χείλι, αχείλι>Αχειλαράς.

28. Κουνέλης· Σύνηθες φαινόμενο να δίδωνται επίθετα (παρωνύμια) από ονόματα ζώων, (ιδέ και Τριανταφυλλίδη: Τα Οικογενειακά κ.λπ., σ.55), επειδή, κατά τη γνώμη της τοπικής κοινωνίας, ο ονοματοθετούμενος έχει κάποια ομοιότητα (σωματική ή ψυχική) μ' εκείνο το ζώο, το όνομα του οποίου του αποδίδουν (π.χ. Μέρμηγκας= οικονόμος, Λύκος, Ποντικός κ.λπ.). Όμως στη Χίο κουνέλια λέγονται τα πολύ ώριμα, τα συρρικνωμένα σύκα ή κάποιο είδος τέτοιων σύκων (Πασπάτη Το Χιακόν Γλωσσάριον, σ. 197). Και άνθρωποι λοιπόν καχεκτικοί, άτονοι, έπαιρναν το παρωνύμιο Κουνέλ(λ)ης. Με όμοιο τρόπο εδόθηκαν τα ονόματα: Αγκαθερής, Αστοιφίδης, Δρυς, Ζουμπούλης, Πρίνος, Τσουκνίδας κ.λπ.

  Καθώς το Κουνέλης μπορεί να σημαίνει υποτονικός, έτσι έγινεν επίθετο και η λ. άμαντος που σημαίνει απράγμων (Τριανταφυλλίδης ε.α.60). Σε έγγραφο του 1737 (Βισβίζη 136) απαντά το επώνυμο Σικαλάδην (Παπά Γεωργής Σικαλάδην). Αν η ορθή γραφή είναι Συκαλάδης, το όνομα θα παράγεται από το σύκο· άλλως από το σίκαλις.

  Στο Βασιλειώνοικο ο τύπος Κούνουκλος (από το κύνικλος δηλ. κόνικλος, κουνέλι). Άλλοι συνδέουν το κούνουκλος με την κουνούκλα, ένα φυτό (Πουλής: Το Χαλκειός Α'82).

  Σε πολλές επαρχίες της Ελλάδος βρίσκομε το επίθ. Κουνέλης (Κάρυστος, Λακωνία, Σάμος κ.λ.π.). Από την Αθήνα γνωρίζομε έναν αγωνι¬στή του 1821 Μιχ. Κουνέλη (Χρ. Α. Στασινοπούλου: Λεξικό της Ελλην. Επαναστάσεως, Αθήναι 1976, Β΄359). Στη Σκύρο συναντούμε ένα Γεώργιο Κουνέλη στα 1721 (Κωνσταντινίδη "Ο κώδικας του Αγ. Γεωργίου της Σκύρου" στο Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών ΚΔ' 1981 -1982, σ.70).

29. αφήνει εις των δυο του αδελφών· μ' εντυπωσιάζει η κακή σύνταξις του ρ. αφήνω. Τούτο όταν έχη την έννοια του κληροδοτώ, συντάσσεται με δυο αντικείμενα· ένα κατ' αιτιατικήν και ένα κατά γενική. "Σου αφήνω εδώ τα πάντα" (Βρεττάκου: Πλούμιτσα). Διαφορετικά το ρ. αφήνω συντάσσεται μ' ένα αντικείμενο κατ' αιτιατικήν και το άλλο εμπρόθετο:

  αφήνω γεια στις όμορφες και γεια στις μαυρομάτες (Δημοτικό)

πρβλ. τη διατύπωσι Καραϊσκάκη στη διαθήκη του: "Το τουφέκι μου και τ' άτια μου να πάνε του παιδιού μου και ώρα μου". Γενικά, ιδέ Αχ. Αθ. Τζαρτζάνου: Νεοελλην. Σύνταξις, Αθήναι 1928, σ.150-151.

30. Δημ. Κατά πάσαν πιθανότητα εννοεί Δημήτριο.

31. Παπά Σεραφείμ· Δεν ξέρομε αν και ο παπά-Σεραφείμ ήτο λειτουργός στο Βασιλειώνοικο, οπότε συγκεντρώνονται 4 ιερείς στο χωριό. Φαίνονται κάπως πολλοί, αλλ' ίσως εξηγείται ο αριθμός αυτός εκ του γεγονότος ότι και ο πληθυσμός δεν θα παρουσίαζε την διαρροή προς αστικά κέντρα, που εσημειώθη 100 χρόνια αργότερα, και το θρησκευτικό συναίσθημα θα ήτο θερμότερο, όθεν και οι λατρευτικές απαιτήσεις πυκνότερες.

  Τέλος η γειτνίασις του παλαιφάτου μοναστικού κέντρου της Νέας Μονής και των ιερών περί αυτήν σκητών επηρέαζε θετικώς τους νέους εις το να προσέρχονται στις τάξεις του μοναχισμού και του ιερού κλήρου και εις το ν' αγαπούν την βυζαντινή μουσική· και καθώς ήσαν (και παραμένουν) φιλέορτοι και φιλακόλουθοι, ευρίσκουν ευχαρίστησι να οργανώνουν λαμπρές, όσο γίνεται, ακολουθίες επ' ευκαιρία των θρησκευτικών εορτών.

32. της αδελφής του Μαρούκας· στη Χίο συναντούμε ονόματα γυναικών που λήγουν σε -ούκα. Αγγερούκα (Αγγελική), Αννούκα, Βιερούκα (Αυγερινή), Γιαννούκα, Μαρούκα (Μαρία), Μπατούκα (Υπατία), Ρηνούκα (Ειρήνη), Σταματούκα. Από τον Πόντο είναι γνωστό το : Μελούκα (υποκοριστικό του Σουμελά· βλέπε Μπούτουρα: Τα Νεοελληνικά κύρια ονόματα, σ.97). Από τα θηλ. σε -ούκα εσχηματίσθηκαν ανάλογα αρσενικά π.χ. Γιαννούκος, Κερούκος (Κερά, Κερούκα), Λαμπρινούκας, Μαρουκάκης (στο Αηθή, ιδέ Μονιώδη Ο Ληθής, σ.85), Μαρουκάρας (Χιακή Εττιθεώρησις, τευχ. 8/1987/221) Μαρούκης και Μαρούκος (στα Ψαρά ιδέ Νικοδήμου: Υπόμνημα περί της νήσου Ψαρών A 249), Μονιούκας, Σταματούκος (Εύβοια), Φαλούκος (Σκύρος, ίσως από το Γαρυφαλιά).

  Αξίζει να θυμηθούμε μια παρατήρησι του Γιάννη Ψυχάρη (ιδέ Γ. Ζολώτα Ιστορία της Χίου, Γ2' 866): "Λυπούμαι που ποτές μου δεν είδα τη γιαγιά μου τη Ψυχάραινα, την κοκόνα Μπατούκα. Κοκόνα Μπατούκα, Να σου μια φορά όνομα πέρα για πέρα Χιώτικο. Το καμαρώνω".

  Τέλος παρατηρούμε ότι δεν μνημονεύεται το επώνυμο της Μαρούκας· ήτο άρα γε άγαμος και διετήρει το πατρικό της επώνυμο (Τσαγλή) ή εκρίθη επαρκής ο προσδιορισμός; Αδελφή του Μηνά Τσαγλή;

33. διά τελείαν κληρονομιάν· δηλ. να μη δικαιούνται να εγείρουν άλλη αξίωσι.

34. βαπτισιμιών· βαπτισιμιός, βαφτισιμιός, είναι ο αναδεκτός, ο βαφτιστικός, το βαφιστήρι, ή βαφτιστήρα. Λέγεται και (από τα ιταλικά) φιότσος-φιότσα, φιλιότσος-φιλιότσα. Παρατηρούμε ότι οι διαθέτες δεν προσδιορίζουν τους αναδεκτούς των ούτε ονομαστικά ούτε αριθμητικά.

35α. γρόσια 100· εδώ παρατηρούμε ότι οι διαθέτες αφήνουν τετραπλάσιο κληροδότημα στα κορίτσια. Το ποσόν αυτό είναι σημαντικό, αφού σ' άλλα πρόσωπα άφησαν μόνο 10 γρόσια. Αυτή η ευνοϊκή διάθεσις, που φανερώνει αίσθημα κάποιας ευθύνης και στοργής έναντι των θηλέων αναδεκτών προέρχεται, νομίζω, από την ανάγκη να ενισχυθή η προίκα των κοριτσιών. Οι δικαιούχοι είναι άγαμα πρόσωπα, διότι λέγει ρητώς:- αγόρια - κορίτσια.

  Ο αρχαιότατος θεσμός της προίκας, που απαντά και στη Γένεσι (24,59) και στον Όμηρο (Οδύσ. η 314) καταδικάσθηκε βέβαια από σοφούς νομοθέτες, όπως ο Σόλων (ιδέ το ωραίο χωρίο του Πλουτάρχου Σόλων 20), ή φιλοσόφους, όπως ο Πλάτων (Νόμοι 742c), ή μεγάλους ιεράρχες, όπως ο Χρυσόστομος που εδίδασκεν ότι "ού καπηλείαν, αλλά βίου κοινωνίαν είναι τόν γάμον δει νομίζειν" (“Εις τον ιερόν θεσμόν του γάμου" Γ'216 ε), αλλά υφίστατο σταθερά διά μέσου των αιώνων και ουσιαστικά ακόμη δεν εξέλιπε.

  Ο Πλούταρχος (Αριστ.1) μας πληροφορεί ότι ο Αριστείδης άφησε δύο κόρες “πολύν χρόνον ανεκδότους γενομένας δι' απορίαν", του δε Λυσάνδρου τις κόρες τις εγκατέλειψαν οι μνηστήρες με τον θάνατον του πατέρα τους (Λυσ. 30). Ο Ευριπίδης (Μήδεια 226) ισχυρίζεται ότι: πρώτα δει χρημάτων υπερβολή / πόσιν πρίασθαι

  Και είναι χαρακτηριστική η διαπίστωσις του Μενάνδρου (Γνώμη 371 παρά Γ. Κ. Αβτζή: Μένανδρος): ή άπροικος νύμφη ούκ έχει παρρησίαν.

  Έτσι, ήτο εξ ίσου, αν μη περισσότερον, επαχθής (αλλ' αναγκαίος και επωφελής) ο θεσμός της προικός ή του τραχώματος κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας. Η διαπίστωσις της Σοφίας Σειράχ (42,9) "θυγάτηρ πατρί απόκρυφος αγρυπνία και ή μέριμνα αυτής αφιστά ύπνον" είχεν απόλυτο κύρος κατά τους χαλεπούς εκείνους χρόνους (ιδέ Π.Ν.Παπαρούνη: Τουρκοκρατία, Αθήναι εκδ. Γρηγόρη, σ.165 κ.ε., Δ. Λουκάτου: “Η Ελλην. Οικογένεια", εις Ιστορία του Ελλην. 'Εθνους της Εκδοτικής Ι΄ 451α', Ερασμίας Τσίκα: Ο γάμος ως θεσμός και ως δεσμός, Αθήναι 1975, Μάρκου Α. Γκιόλα: Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του, Αθήναι 1972, σ.91), Δημ. Γρ. Καμπούρογλου: Ιστορία των Αθηνών, Αθήναι 1959, εκδ. Γ. Παπαδημητρίου,τόμ. Γ΄, σ.52). Ο δημοτικός ποιητής είναι απόλυτος ως προς την αναγκαιότητα της προίκας· λέγει:

  Το κορίτσι για να παντρευτή

  πρέπει να έχη σπίτ' κι αμπέλ'

  κι καρούτα (=πατητήρι) και βαρέλ'.

(Γ. Θωμά: "Το σπίτι προίκα στις Β, Σποράδες", Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών ΚΑ'/1977/125).

  Είναι χαρακτηριστική μια ακόμη μαρτυρία δημοτικού τραγουδιού (Περάνθη: Ανθολογία της Ποιήσεως, Γ611) κατά την οποία μια μητέρα φιλονεικεί με την κόρη της, επειδή ο εκλεκτός της καρδιάς της τελευταίας ζητεί μεγάλη προίκα·

ΚΟΡΗ : Το γιο του πρωτολιχνιστή άντρα θε να τον πάρω.

ΜΑΝΑ: Ο γιός του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.

ΚΟΡΗ: Σαν τα γυρεύη, δόστε τα. Καλός είν' ας τα πάρη.

  Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προικοδότησις απόρων κορασίδων (ένα δείγμα της οποίας βλέπουμε στη διαθήκη Τσαγλή) ήτο και τότε, όπως και επί των ημερών μας, θετική προσφορά εις την οικογένεια και απόρροια φιλάνθρωπων συναισθημάτων. Πρβλ. και Αγγελ. Λεκαπηνού: "Διαθήκαι - μνημεία αγάπης", εις Ακτίνες (τομ. 15/1952/και 16/1953) που στηρίζεται σε μελέτη του Κ. Μέτρζιου: "Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον" (εις Ηπειρωτικά Χρονικά, τ.11/1936).

35β. των συγγενών της· εννοεί εις τους συγγενείς της (από την πλευρά του πατέρα και της μητέρας της), που όμως δεν τους κατονομάζει. Προφανώς απεκλείετο να γίνη απάτη εξ αιτίας της παραλείψεως αυτής.

36. θρεπτικιά· εδώ βέβαια δεν σημαίνει την ικανή να τρέφη, αλλά την αναθρεπτή ήτοι "την εν οικογενεία ξένη από μικράς ηλικίας ως τέκνον αυτής ανατραφείσαν, την ψυχοκόρην" (Μένα Λεξικόν Δημητράκου, τομ.1ος σ, 389 εν λ. "αναθρεφτός"). Πρβλ. “Παίς θρεπτή" (Εσθήρ 2,7). Έχομε και ουσιαστικό θρεπτίκια (τα) που σημαίνει τα έξοδα (τροφεία) και τις φροντίδες ανατροφής παιδιών.

37. θυγάτηρ αντί: θυγατέρα.

38. Δανήλη· όπως Γαβρήλης. Μερικοί γράφουν Δανίλης, Γαβρίλης (Αποστολόπουλος έ.α. 104). Γράφουν ακόμη Ζαναήλης, Δάνος, Δανιόλος. Κάποτε φίλοι και συγγενείς μοναχών, ιερομονάχων και αρχιερέων έδιδαν εκκλησιαστικό όνομα στα παιδιά των ή τους αναδεκτούς των εις τιμήν ή εις μνήμην αυτών των μοναχών κ.λπ. Έτσι έχομε βαπτιστικά ονόματα λαϊκών: Γεδεών, Χρύσανθος κ.λπ. Επειδή τέτοια ονόματα δεν ήσαν συνήθη, κατήντησαν επώνυμα. Π.χ. Αγαθαγγελίδης, Αρσάκης, Βαρλάμος, Γαβρήλης, Δανιηλίδης, Ιωακειμίδης, Κυριλλίδης, Μαλαχίας, Μάξιμος, Παφίλης (Πάμφιλος), Πεφάνης (Επιφάνιος). Ραφαλιάς, Σεραφείμ, Σέργης, Σιλβεστρίδης, Ταράσης, Χρυσανθόπουλος, κ.ά. Ακόμη και γυναικών μοναχών τα (εκκλησιαστικά) ονόματα έγιναν επώνυμα: Μαγδάνης ή Μαγδανής (Μαγδαληνή), Μάρθας, Μελάνης, Πέλαγος ή Πελαγίδης κ.ά.

  Ακόμη πολλά επίθετα προέρχονται από εκκλησιαστικά αξιώματα (οφφίκια) ή λειτουργήματα (διακονήματα): Αναγνώστης, Αρχιμανδρίτης, Ασκητής, Δεσποτόπουλος, Δευτεραίος, Δικαίος, Διάκος-Απόδιακος, Έξαρχος, Επιτροπάκης, Ηγούμενος (ευεργέτης των Ιωαννίνων ΙΖ' αι.), Κανδηλάπτης, Λαμπαδάριος, Δομέστιχος, Πνευματικός, Πριμηκήριος, Πρωτονοτάριος, Πρωτοψάλτης, Παπάς, Σακελλάριος, Ταβουλάρης, Χαρτουλάρης, Χωρεπίσκοπος κ.λπ.

  Στη Χίο, ιδιαιτέρως στο Βασιλειώνοικο, έχομε ακόμη επώνυμο Δανιήλ. Ήδη σε έγγραφο του 1859 (Καββάδα, Οι κώδικες 79) υπογράφει μια χήρα Ελενού Δανήλαινα χρησιμοποιούσα το πατρικό της (όχι του συζύγου της Πουλάκη) το επώνυμο. Τέλος ας σημειώσουμε ότι μερικοί Χίοι αρχιερείς έφεραν αυτό το όνομα, όπως ο Δανιήλ Σφουγγαράς (1739) που εποίμανε τη μητρόπολι Βελιγραδιού και διέδωσε την (ελληνική) παιδεία στις εσχατιές της χερσονήσου του Αίμου (Ιω. Ανδρεάδη: Ιστορία της Εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, σ.14), ο πατριάρχης Αντιοχείας Δανιήλ (λίγο μεταγενέστερος του προηγουμένου) και ο μητροπολίτης Χίου (αργότερα Καρυστίας, όπου ίδρυσε σχολεία, έπειτα Σύρου και Τήνου) Δανιήλ Κοντούδης (+1862) ο οποίος κατήγετο από το Βασιλειώνοικο (ιδέ Μάρκου Αγ. Βασιλάκη: Δανιήλ Κοντούδης, Χίος 1953, πρώην Λήμνου Βασ. Ατέση εις το περιοδ. Θεολογία ΚΔ' 1953 και ΚΕ' 1954 και Χρυσοστόμου Θέμελη Θεολογία ΚΣΤ΄ 1955/563.

39. Κάντιαλλη. Από την τάφρο αραβικά χάντακ (χαντάκι) που άνοιξαν οι Άραβες γύρω από το Ηράκλειο, η πόλις και κατ' επέκτασιν η Κρήτη ωνομάσθηκαν αργότερα, επί Ενετών, Κάντια. Κάντιαλη λοιπόν τουρκικά και Καντιώτης είναι ο Κρητικός. Ακόμη οι Τούρκοι χρησιμοποιούν και τον τύπο Κιριτλή = Κρητικός, επειδή Κιρίτ λέγουν την Κρήτη. Στο Βασιλειώνοικο κατά τον μεσοπόλεμο υπήρχεν επώνυμο Κρητικός.

40. αγορά των· Δηλ. το κατέχουν εξ αγοράς, όχι εκ δωρεάς ή κληρονομίας κ.λπ. Πάντως η μνεία αυτής της λεπτομέρειας (αγορά των) προσθέτει βέβαια ένα προσδιοριστικά στοιχείο στο κτήμα (και είναι τόσο λίγα τα στοιχεία που δίδονται), φανερώνει δε συγχρόνως ότι οι διαθέτες εσημείωσαν κάποια πρόοδο στον οικονομικό τομέα κατά την διάρκεια της εγγάμου ζωής των, αφού ηγόρασαν δύο κτήματα.

41. Θρουβάλα· δηλ. πλησίον υπάρχει χωράφι ή σπίτι του Θρουβάλα. Το επίθετο τούτο, το οποίον ετίμησεν ο αείμνηστος καθηγητής της ακτινολογίας Αντ. Ν. Θρουβάλας (εκ Βασιλειωνοίκου) σημαίνει αυτόν που συνηθίζει να θρυμματίζη το ψωμί. Μου ενθυμίζει το επώνυμο Τζιμποψώμης, που απαντά στη Σκύρο στα 1721 (Κωνσταντινίδη Κ. Ο κώδικας κ.λπ., Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών ΚΔ'/1981-1982/69). Βέβαια με το ψωμί και τη διαδικασία της παραγωγής του συνδέονται και άλλα οικογενειακά ονόματα· π.χ. Αλευράς, Αλευρογιάννης, Αλευρομάγειρας, Αλευρομύτης, Αλευροφάς, Ζύμαρης, Ζμαροχάφτης (ζυμαροχάφτης, τον αναφέρει ο Παπαδιαμάντης στο Λαμπριάτικο ψάλτη), Ζυμογένης (Παρωνύμιο), Καρβελάς, Κουλλούρης, Κριθαράς, Κριθηνάς, Μάγκιπας, Μυλωνάς, Παξιμάδης, Πιτουράς, Πιτυρόπουλος, Προζυμάς, Σιμιγδαλάς, Σιμιτζής, Σιταράς, Σιταρένιος, Σύψωμος (είναι "ο εργάτης ή γεωργός ο εν ξένω αγρώ επί μισθώ εργαζόμενος, αλλ' αφ' εαυτού τρεφόμενος", κατά τον Πασπάτη (X. Γλωσσάριον 349). Σύψωμος είναι, ως γνωστόν, το οικογ. επίθετο του Χίου ποιητού Λ. Πορφύρα). Φούρναρης, Φρατζόλας, Ψιχουλάς, Ψωμάς, Ψωμιάς, Ψωμού (η), Ψωμάκης (1821) Ψωμαδάκης -δέλλης, Ψωμάρας, Ψωμογιάννης, Ψωμοζήτης αλλά και Ψωμοδότης, Ψωμότραγος.

42. Μύλους· σε μικρό πετρώδες έξαρμα του χωριού, κατά τα ανατολικά, υψώνουν ακόμη ακέφαλους τους κυλινδρικούς όγκους τρεις γραφικοί ανεμόμυλοι, που ανήκουν στις οικογένειες Αμπανούδη, Δανιήλ και Κωσταρή. Οι μύλοι αυτοί έπαυσαν να λειτουργούν από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

43. τριών χιλιάδων· αντί: τρεις χιλιάδες

44. ό,τι μείνει· δηλ. όσα μείνουν

45. την θανήν· εννοεί (κατά συνεκδοχήν) τα έξοδα της κηδείας. Γενικότερα οφείλει να κάμη "τα ικανά" των, καθώς έλεγαν στη Χίο, τα έξοδα μεταθανατίων τελετών και τις συναφείς δωρεές (Πασπάτη: Το Χιακόν Γλωσσάριον 168).

46. αρχιερέα· οι διαθέτες φαίνεται ότι ενδιαφέρονται διά την υστεροφημίαν των. Πρβλ. το αναφερόμενον υπό του Καββάδα (Θυμιανούσικα έγγραφα 91): “Αφήνει ο Χατζή Λουρετζή Σκυλίτσης ένα ποσόν εις τον ναόν των Αγίων Βικτώρων, διά να του κάμνωσιν... εις την ημέραν του έτους του (=επέτειο του θανάτου του) ένα μνημόσυνον ψαλτό (=όχι απλό τρισάγιο) με πενήντα ιερείς αφ' εσπέρας και το ταχύ να λειτουργούσιν και τρεις ιερείς με έναν ιεροδιάκονον".

47. κατά τα ήθη· σύμφωνα με τα έθιμα και συνήθειες (του τόπου μας).

48. επιτρόπων μας· στους επιτρόπους μας.

49. οι οποίοι· να προστεθή: οι οποίοι είναι ο...

50. Γεωρ. Φλατσούσης· προφανώς εννοεί Γεώργιος. Φλατσούσης λέγεται ο καταγόμενος από το χωρίο της ΝΑ Χίου Φλάτσια (τα), όνομα που παράγεται από τη λ. "φρεάτια" (Ζολώτα Α1 609 και Αμάντου Γλωσσ. Μελετήματα 157).

51. Φράγκος· διαδεδομένο επίθετο στο Βασιλειώνοικο και στη Χίο γενικότερα. Απαντά και στους τύπους: Φραγκάκης, Φραγκιάς, Φραγκιάδης, Φραγκόπουλος, Φραγκούλας-λης, Φρατζέσκος, Φρατζής, και σύνθετο: Φραγκαντώνης, Φραγκομανώλης, Φραγκομίχαλος κ.ά.

  Σε μερικούς το επίθετο εδόθη, επειδή εφόρεσαν πρώτοι αυτοί στην κοινότητά των ευρωπαϊκή ενδυμασία (=φράγκικα, πρβλ. Φραγκορράπτης)· σ' άλλους το επίθετο προέκυψε από το δυτικής επιδράσεως βαπτιστικό όνομα Φραγκίσκος-η (Τριανταφυλλίδη: Τα Οικ. Ονόματα 31). Αλλά και επειδή μερικοί ηκολούθουν το καθολικό δόγμα, εκαλούντο, από τους ορθοδόξους συγχωριανούς συντοπίτες των, "Φράγκοι". Τούτο εμονιμοποιήθη ως επώνυμον.

52. κυρία· εννοεί: είναι έγκυρος.

53. επιθέτουν· έβαλαν το σημείο του σταυρού ή διά ν' αποτρέψουν νοθεία επί του κειμένου της διαθήκης ή (το πιθανότερον) αντί της υπογραφής της Μαρίας Τσαγλή.

54. Έγραψε: "όποιος τολμήση…", αλλά δεν βλέπομε απόδοσι της αναφορικο-υποθετικής αυτής προτάσεως. Μία συνήθης απόδοσις ήτο: Να έχη τον Θεόν αντίμαχον ή αντίδικον, να έχη την κατάρα του διαθέτου. Κάποτε όμως επισείεται η απειλή... κοινωνικοποιήσεως της κληρονομίας! Το 1776 ο Ν. Αρσινικούδης από τα Πατρικά της Χίου, αφήνει σε δύο από τα παιδιά του ωρισμένα ακίνητα "διά να του κάμνουν ψυχοπίττιν την Μεγάλην Πέμπτην τον κάθε χρόνο αεί και πάντοτε παιδιών των παιδιών τω... να το κάμνη ο κάθα ένας τον ένα χρόνο και ο άλλος τον άλλο χρόν(ο). Και οπότε δεν κάμνουν τα άνωθεν γεγραμμένα, να εξέρχουνταιν από τα χωράφια, να τα παίρνουν οι ευρισκόμενοι πάροικοι του χωριού" (από ανέκδοτο χειρόγραφο).

  Πιστεύω ότι και εδώ ο αντιγράψας το αρχικό κείμενο έκαμε κάποιο άλμα. Ίσως διετυπώνετο κάποια κατάρα. Διότι η κατάρα έχει μεγάλη ψυχολογική επίδραση· οι άνθρωποι επίστευαν στη δύναμι της ευχής ή της κατάρας ήδη από την ιουδαϊκή και την ελληνική Αρχαιότητα. Όλοι ενθυμούμεθα από τα γυμνασιακά μας θρανία τους δραματικούς λόγους του Χρύση: τίσειαν Δαναοί εμά δάκρυα σοίσι βέλεσσιν (Ιλ. A 42). Και του Οιδίποδος καταρωμένου τον φονέα του Λαΐου (Σοφ. ΟΤ. 248): Κακόν κακώς νιν άμορον εκτρίψαι βίον. Ο Πλάτων (Νόμοι 931c) βεβαιώνει: Γέγονε σαφές επηκόους είναι γονεύσι προς τέκνα θεούς, και ο Ευριπίδης έφθασε να εύχεται να μπορούσε το γένος των θνητών να καταριέται τους θεούς (Ειθ’ ην αραίον δαίμοσιν βροτών γένος - Ιππόλ. 1415). Όσο είναι συγκινητικό ν' ακούη κανείς κάποιον να εύχεται από την καρδιά του κάτι καλό σε συνάνθρωπο τόσο είναι ανατριχιαστικό ν' ακούη φρικτές κατάρες· υπενθυμίζω τον στ.67 από τις Φοίνισσες του Ευριπίδου, όπου ο Οιδίπους καταράται τους γιούς του: θηκτώ σιδήρω δώμα διαλαχείν (=μ' ακονισμένο σίδερο να μοιράσουν τ' αδέρφια την περιουσία).

  Η εκκλησία μας ενθυμείται τις ευχές κατά τους γάμους, ευχαί γαρ γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων (πβλ. Σοφία Σειράχ, 3,9) και τις κατάρες κατά τις κηδείες (και είτε υπό κατάραν πατρός ή μητρός περιέπεσαν -ο δείνα- συγχώρησον αυτώ). Ας ενθυμηθούμε το επίθετο Πίσσας-Πίσσης που σημαίνει αυτόν που τον κατάρασθηκαν να μείνει η ψυχή του αιωνίως στην πίσσα της κολάσεως (Βαγιακάκος Ιστορία, τευχ.110/ Αύγουστος 1977/ σ.127).

  Από τα πολυάριθμα παραδείγματα κατάρας σε διαθήκη αναφέρω τούτο: ο Γέρο-Μήτρος Μουζάκης γράφει: "και όποιος χαλάση την εντολή μου και τη διαθήκη μου να έχη την γκατάρα του Χριστού και της Παναγίας και του Κάην την προκοπή να κάμνη" (Παπαρούνη Τουρκοκρατία 183). Και ο χιακός λαός - από το στόμα του οποίου προέρχεται η σύστασις: "ευχή γονιού αγόρασε και στο βουνό ανέβα" και η διαβεβαίωσις "κατάρα καταρωτά κι όπου είναι δίκηο πα" (Κανελλάκη Ανάλεκτα 254) - εσέβετο την τελευταία θέλησι του διαθέτου. Τέλος, είναι πολύ σημαντική η παρατήρησις που διαβάζουμε εις την εργασία του Δημ. Γκίνη: "Το εξ εθίμων δίκαιον των Χίων επί τουρκοκρατίας" (Εις τα Ελληνικά τομ. ΙΑ' 1939/303) "ο χιοπολίτης λαός εσέβετο τας διαθήκας, αι οποίοι κατ' έθιμον δεν υπέκειντο εις εναντίωσιν!".

  Μια επισκόπησι του θέματος ευχές και κατάρες (εξ απόψεως λαογραφικής) ιδέ εις Δημ. Σ. Δουκάτου: Εισαγωγή στην Ελλην. Λαογραφία, Αθήνα 1978, σ.106 κ.ε., όπου και βιβλιογραφία.

55. μετά των αξιόπιστων υπογραφών· αντί: διά των αξ. υπογραφών.

56. δηλ. περίπου στις 9 π.μ.

57α. Καράδης· έχομε και άλλα επίθετα αναφερόμενα εις το χρώμα του προσώπου, Μαύρος, Μώρος, Κόκκινος, Κίτρινος, Πράσινος, Άσπρος -ούλης -έλας, πολλά δε απαντούν σύνθετα. Διά τέτοια που πρώτο συνθετικό έχουν το Μαύρος (ή τα αντίστοιχα ξένης προελεύσεως: Καρά - Τσερνό) ιδέ Βαγιακάκο στο περιοδ. Ιστορία τευχ. 31/ Ιανουαρ. 1971/σ.158.

  Το επίθετο Καράδης εσχηματίσθη από το (τουρκ) Καράς (=Μαύρος) κατά το Αλέξιος > Αλεξιάδης, Γεωργιάδης κ.λπ. Στη Χίο είναι συνήθης η κατάληξις -άδης Βασιάδης, Βαφειάδης, Βενιάδης, Ζαχαριάδης, Θωμάδης, Κουτσουράδης, Μηλιάδης, Μιχαλιάδης, Μυλωνάδης, Παννάδης, Πασσάδης, Στακιάδης, Σχολιάδης, Φραγκιάδης, κ.λπ. Η πατρωνυμική κατάληξις -άδης είναι βέβαια αρχαιοτάτη· πρβλ. τα ομηρικά: Ασκληπιάδης, Λαερτιάδης, Πηληιάδης και τα κλασσικά: Ευρυβιάδης, Μιλτιάδης κ.λπ.

57β. Παρατηρούμε ότι δεν σημειώνονται ονόματα μαρτύρων.

58. Απαράσθη· εκ παραδρομής αντί: απεράσθη, δηλ. κατεχωρίσθη (έγινε μεταγραφή στο επίσημο βιβλίο).

59. Παντολέων· απορώ πώς έχει αυτόν τον τύπο το μικρό όνομα του μνήμονος, που σαν Βασιλειωνοικούσης έπρεπε να ονομάζεται Παντελής ή (σε υπηρεσιακές σχέσεις) Παντελεήμων, παίρνοντας το όνομα από το φερώνυμο ναό του χωριού. Βέβαια ο ιαματικός Άγιος, πριν γίνη χριστιανός, ελέγετο Παντολέων. Σήμερα το όνομα αυτό απαντά κυρίως ως επίθετο: Πανταλέων, Πανταλέοντος, Παντολέων, Παντολέοντος, Παντολέος, ακόμη και (μ' εσφαλμένη σύνθεσι) Παντελέων. Το β' συνθετικό Λέων εδημιούργησεν ομάδα ολόκληρη εθνικών και χριστιανικών ονομάτων και επιθέτων υπενθυμίζω τα: Λεοντής, Λιοντής, Λεοντιάδης, Λεοντάρας-ρης, Λεονταρίτης, Κατολέων, Λιός , Φαφαλιός (από το Παπα-λιός).

  Από το χριστιανικό Παντελεήμων έγιναν οι τύποι Παντελής (όχι από το Παν-τελής = τέλειος) τόσο διαδεδομένο στη Χίο, ώστε ν' ακούεται η παροιμία "όπου Συμιακός Νικήτας κι όπου Χιώτης Παντελής" (Μπούτουρα 78). Ακόμη τα: Παντιάς, Πάντος (θηλ. Παντού), Πάντσος, Πανδής, Πάντελος-λάρας, Παντελούκας-κος, Παντελάκης-λίδης, Παντελούλης, Παντελιάς και σύνθετα: Κουφοπαντελής, Χατζηπαντελής, Παντελογιάννης κ.λπ.

60. Καμπουράκης· η αρχαία λ. καμπύλος επέρασεν εις τα τουρκικά ως καμπούρ και επέστρεψε στη νεωτέρα ελληνική ως καμπούρης-ράκης ήτοι κυφός (Ανδριώτη: Ετυμολ. Λεξικό 143). Είναι και η λ. καμπούρης μια από τις “ταξιδεύτρες λέξεις", όπως λέγει ο Τριανταφυλλίδης (Νεοελληνική Γραμματική εκδ. 1941, σ.98), είναι "αντιδάνειο". Υπενθυμίζω μερικές ακόμη: βαύκαλις-μπουκάλι, διφθέρα-τεφτέρ-δεφτέρι, ιππόδρομος-μπουντρούμι, κάλαμος-καλέμι, καρυόφυλλο-γαρρύφαλλο, κύμα-τσίμα τσίμα, λιμήν (λιμένιον) λιμάνι, παντάφελλος-παντόφλα, πανωβράκι-μπενεβρέκι, πτελέα-τίλιο, σαννάκιον-τσανάκι, σεμίδαλις-σιμίτι, σπάθη-σπάλα.

  Είναι αρχαία η συνήθεια (πολλές φορές κακή και σκληρή) να δίδωνται παρωνύμια (που έγιναν επώνυμα) στους ανθρώπους από εξόφθαλμα σωματικά ή ψυχικά μειονεκτήματα που έχουν ή από απλές (χωρίς ιδιαίτερη σημασία) συνήθειες ή εκκεντρικότητες που ακολουθούν ή από κάποιο μειονέκτημα κοινωνικό ή άλλο τυχαίο περιστατικό που τους συνέβη.

  Από τους αρχαίους Έλληνες ενθυμούμεθα: Γρύπος (=αετομύτης, Πλουτ. Μάριος 1), Κοάλεμος (=κουτός), Κόθορνος (=ασταθούς γνώμης), Κύκλωψ, Κύλλος(=χωλός), Σίμος, Σίμων, Σιμωνίδης (=έχει πλακουτσή μύτη), Στράβων(=αλοίθωρος), Ψακάς (η) (=Πιτσιλού, Αριστοφ. Αχαρνής 1150).

  Από τους Ρωμαίους αναφέρω τα εξής ονόματα: Κικέρων (έχει εξόγκωμα στη μύτη σαν ρεβίθι-Ρεβίθης), Νάσων ο μυτάς, Σύλλας (από τις κόκκινες και λευκές φακίδες που είχε στο πρόσωπο).

  Η συνήθεια συνεχίζεται κατά τους βυζαντινούς χρόνους, όπως μαρτυρούν τα ονόματα: Αβάστακτος (ο πατέρας Ρωμανού Λεκαπηνού), Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί (σημαδεμένοι από την βασιλ. Εξουσία ως αντιφρονούντες), Αναστάσιος ο Α' ο Δίκορος (οι κόρες των ματιών του είχαν διαφορετικά χρώματα), Ανδρόνικος Ζαρίδης (αλλοίθωρος), Κουτζομύτης, Ιωάννης ο Κυρτός, Ιουστινιανός ο Β' ο Ρινότμητος, Μιχαήλ ο Β' ο Τραυλός, Δίδυμος ο Τυφλός (καθηγητής του Γρηγορίου του Θεολόγου).

  Και στις μέρες μας ακούονται πολυάριθμα επώνυμα, όπως τα ανωτέρω. Άλλ’ απ' αυτά είναι γνήσια ελληνικά και άλλα προέρχονται από ξένες γλώσσες. Έχω ένα πίνακα με 300 περίπου τέτοια επίθετα (αρχικά παρωνύμια) από τα οποία παραθέτω εδώ ελάχιστα:

Άμοιρος, Αποσπόρης, Βουβός (βωβός), Εξαδάκτυλος, Κακοκέφαλος, Καμμύτσης (πρβλ. το κυπριακό δημοτικό τραγούδι:

  έχει πολλές τριανταφυλλιές μμα σ' ώχεις άλληχ χάριν

  τσείνες αθθίζουσιν τομ μαν

  μμα ο αθθός σου εγ καμμά

  αθκιεί τσαί τογ Γενάριν

Κρυ. Μ. Καραμάνου, Κύπρος, Αθήναι 1954 σ.264),

Καψόκωλος, Κληαμουράκης, Κοθρής (=ψωμοζήτης), Κοντορραβδής, Κουτσοβίλλης, Λαγοπάτης (πρβλ. τους δημοτ. στίχους:

  αγάπη θέλει φρόνησι θέλει ταπεινωσύνη

  θέλει λαγού περπατησιά, αητού γλιγωροσύνη

(Καμπούρογλου: Ιστορία των Αθηνών Γ κθ')

Λείψανος, Μαρ(γ)ιόλος (=πονηρός), πρβλ. το χιώτικο δημοτικό:

  Σα μ' αγαπάς, μαργιόλου γιέ, κάνε μου σημαδάτσι,

  όντα χορεύουμε τα δυο, σφίξε μου το χεράκι

Μουνούχος(=ευνοΰχος, εκτομίας πβλ. Ευνουχίδης), Μπεκρής, Νυστάζος, Ξάπλας, Ογρός· το επώνυμο τούτο αρχικά θα απεδόθη ως παρωνύμιο σε κάποιο αγόρι που μολονότι πέρασε τη βρεφική ηλικία, όμως εξηκολούθη να έχει κάποια ακράτεια ούρων. Τον Γιάννη Ογρό τον συναντούμε σε αίτησι υπερδιακοσίων Χίων που συνετάχθη στην Ερμούπολι Σύρου κατά Μάιον 1829 (Ιδέ: Ιωάνν. Βλαχογιάννη Χιακόν Αρχείον, τομ.Δ',σ. 50, Αθήναι 1910).

  Τώρα διερωτώμαι μήπως το τοπωνύμιο Γρους δεν προέρχεται από όνομα πηγαδιού (το Ογρό Πηγάδι), όπως είχα υποθέσει στο Χιακό Λαό τον Απρίλιο (νομίζω) του 1986, αλλά μήπως παράγεται από το όνομα ιδιοκτήτου ακινήτου στη θέσι Γρου, που θα ωνομαζόταν Ογρός.

  Άλλα επώνυμα: Πάτσαλης ή Πάτσαλος (=παρδαλός). Στην Κύπρο το Πάτσαλος σημαίνει κηλιδωμένος και αναφέρεται στους κρυπτοχριστιανούς (Ιδέ: Ε. Νικολαΐδη: "O κρυπτοχριστιανισμός κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας", εις τα Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην των νεομαρτύρων, εκδ. I. Μητροπόλεως Θεσ/κης, Θεσ/κη 1988, σ.333).

  Άλλα επίθετα: Πεινασμένος, Χορτάτος, Προικάς, Προικιός, Ρώρης-Ρωρός, Στοιχειός. Στραβομασέλης (Χίος 1814, ιδέ Χιακή τευχ. 13 (1989/44), Συννεφιάς (ο σύννους, ο θλιμμένος. Πρβλ. "το μέτωπό σου σύννεφα ως πότε θα σκεπάζουν;" (Σαίξπηρ: Άμλετ) ή από τον μεγάλο παρακλητ. κανόνα: "τα νέφη των λυπηρών εκάλυψαν την αθλίαν μου ψυχήν και καρδίαν". Ακόμη τον στίχο του Ευριπίδου (Ιππόλυτος 172) "στυγνόν δ’ οφρύων νέφος αυξάνεται".

  Τελειώνω με τα επίθετα: Χαροκόπος (άνθρωπος που του αρέσουν οι διασκεδάσεις), Χοιρομύτης, Ψωρομύτης.


ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ


1. Στη διαθήκη αυτή παρατηρεί κανείς μια έκδηλη ευσέβεια, που εκφράζεται με ομολογία πίστεως, αφιερώματα σε ι. ναούς και μικρές προσφορές στους ιερείς της κοινότητας, καθώς και μ' ενδιαφέρον διά μεταθανάτιες λατρευτικές τελετές.

2. Έπειτα βλέπομε μια τάσι φιλανθρωπίας που εκδηλώνεται με κληροδοτήματα σε ευαγές ίδρυμα (λωβοκομείο) και συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα. Το πνεύμα της φιλαλληλίας και η ευσέβεια ήσαν δύο βασικοί παράγοντες, διά να επιβιώση το Γένος υπό ξένον βάρβαρον ζυγόν και ν' ανακτήση κάποτε την ελευθερία του. Η σημαντικωτέρα μερίδα κληρονομίας περιήλθε στην κοπέλα την οποίαν είχαν μεγαλώσει (θρεπτικιά των). Απ' αυτό συμπεραίνομε ότι οι διαθέτες ή δεν απέκτησαν παιδιά, ή αν κάποτε απέκτησαν, τα είχαν χάσει. Δι' αυτό μεγάλωσαν την Θεοδωρούλα και της άφησαν δύο αγρούς και τρεις χιλιάδες γρόσια μετρητά. Απ' αυτά όμως σημαντικό μέρος θα εδαπανάτο σε κληροδοσίες ή άλλες υποχρεώσεις ("τρόπους" όπως λέγουν οι νομικοί). Δεν γίνεται λόγος αν κληροδοτούν στην Θεοδωρούλα σπίτι. Ορίζει βέβαια η διαθήκη: "ό,τι μείνει... εις την θρεπτικιά των", αλλά υποθέτω ότι ένα τόσο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, όπως είναι το σπίτι, θα εσημειώνετο ρητώς. Ώστε φαίνεται ότι οι διαθέτες εστερούντο ιδιοκτήτου κατοικίας.

3. Η κληρονόμος Θεοδ. Δανήλη υποθέτομε ότι θα εφιλοτιμείτο να γηροκομήση το ζεύγος Τσαγλή αποδίδουσα τα τροφεία· όμως στη διαθήκη δεν αναγράφεται κάποιος τέτοιος όρος. Σε άλλα έγγραφα γίνεται μνεία αυτής υποχρεώσεως, της δεσμεύσεως. Παραθέτω απόσπασμα διαθήκης του 1757 από τη Σκύρο (Ξεν. Α. Αντωνιάδη: "Το κρεββατοστρώσι" Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών ΚΣΤ/1984-1985/107-108) "Την σήμερον με το παρόν γράμμα φανερώνω και αποδείχνω εν φόβω θεού και ανθρώπων ότι έχοντας τας φρένας μου εγώ ο Γιάννης του Φαλούκου και με το να είμαι γέρος και αδύνατος και φοβώντας τον άωρον θάνατον ή και τας ασθενείας οπού έρχονται εις τον άνθρωπον και μην έχοντας πού να κλείνω (ορθόν: κλίνω) επήα μετά του Θεοδωρή του Βούρλου, του Γιώργη του Χωριάτη τον γαπρόν (sic) διά να με λογιάζουν της ζωής και του θανάτου μου. Και τους δίνω και εγώ τα πράματά μου, όσα και αν έχω ο πτωχός. (Απαριθμούνται τα κινητά και ακίνητα που κληροδοτεί) και αποθανόντας εγώ να έχουν και την Ανναν την συμβία μου έννοιαν ζωής και θανάτου της και όποιος ευγή εις τα γραφόμενα παράκουος, ας έχη τον θεόν αντίμαχον".

  Ακόμη και σε προικοσύμφωνα βρίσκομε πρόβλεψι περιθάλψεως των γονέων και σεβασμού της μνήμης των. Π.χ. η Μαρία Αντ. Καισαρείτη προικίζει το 1786 τον υιόν της Γεώργιο και αφού κατωνόμασε τα κινητά και ακίνητα που του δίδει επιφέρει την αξίωσι: "Να την κοιτάξη το κατά δύναμιν εις την κάθεν (sic) της χρείαν και ανάγκην και να κάμνη και τα μνημόσυνά της αρκετά, αυτής και τους αντρός της, και να δίδη λειτουργίες τον κάθε χρόνον διά τους γονέους του". Η προβλεπτική δε αυτή μητέρα δεν εδίστασε μέσα εις ένα έγγραφο χαράς να πρόσθεση κάτι φρικτό: "όποιον παιδί (από τ' αδέλφια του προικοδοτούμενου) ήθελε να τον ενοχλήση και να τον σκανδαλίση να έχη την κατάρα της" ( Βλ. Βασ. Σφυρόερα: "Πέντε δικαιοπρακτικά έγγραφα Σμύρνης 1695-1788", εις Μικρασιατικά Χρονικά ΙΔ' /1970/174).

4. Στη συνδιαθήκη δεν υπάρχει πρόβλεψις πώς θα γίνη η μεταβίβασις των κινητών και ακινήτων, αν, πράγμα πιθανόν, προαποθάνη ο έτερος των διαθετών. Ίσως θα εφηρμόζετο η διάταξις περί ατέκνου ανδρογύνου που διαλαμβάνεται στην έκθεσι περί του εθιμικού δικαίου των Χίων, η οποία υπεβλήθη στον Maurer το 1833 (Δημ. Γκίνη έ.α.302) "όταν το ανδρόγυνο ήτο άτεκνον και ήθελεν αποθάνει θάτερον αυτών, ο επιζών εκληρονομούσε το ήμισυ της ουσίας του, το δε οι λοιποί κληρονόμοι και τούτο εξ αδιαθέτου”.

5. Σ' αυτή τη δικαιοπραξία και σε πολλές άλλες που συντάσσονται στα χωριά της Χίου κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας παρατηρούνται αρκετές παραλείψεις. Εδώ παραλείπεται το πατρώνυμο και το γένος της Μαρίας Μ. Τσαγλή, η ηλικία αμφοτέρων των διαθετών και το επάγγελμα του συζύγου. Δεν δίδονται ακόμη οι διαστάσεις των αγρών και δεν αναφέρονται με ακρίβεια οι συνορεύοντες με αυτούς. Τέλος, δεν αναφέρονται ονομαστικώς τα βαπτιστήρια (των διαθετών) και σι συγγενείς της Μαρίας ούτε αναπληρωματικά μέλη της επιτροπής που θα επιβλέψη την εκτέλεσι της διαθήκης.

6. Παρατηρούμεν ακόμη ότι τα προς τους συγγενείς της Μαρίας Τσαγλή κληροδοτήματα είναι πολύ μικρότερα από εκείνα που εδόθησαν από τον σύζυγό της εις τους αδελφούς του. Οι δύο σύζυγοι δεν ενήργησαν -σ' αυτό το σημείο- σαν ένας άνθρωπος, αλλ' ο αρχηγός της οικογενείας υπήρξε γενναιότερος από την γυναίκα του σε παροχές στους δικούς του. Ίσως της Μαρίας οι προσωπικές οικονομίες να ήσαν περιωρισμένες, ίσως και ο αριθμός των δικαιούχων να ήτο σημαντικά μεγαλύτερος.

  Άνιση κληροδοσία παρατηρούμε και ως προς τα βαπτιστήρια (αναδεκτούς). Αλλά -εσημειώσαμε- αυτό έγινε σκοπίμως, διά να ενισχυθούν τα θήλεα. Πάντως δεν γνωρίζομε ποίος από τους συζύγους εβάπτιζε (μόνο) τ' αγόρια και ποίος (μόνο) τα κορίτσια.

  Στις λοιπές κληροδοσίες και στις αγορές (των δυο αγρών) που προηγήθησαν οι σύζυγοι Μηνάς και Μαρία Τσαγλή φαίνονται να ενεργούν από συμφώνου και ισοτίμως. Τούτο συνέβαινε γενικά στην τουρκοκρατούμενη Χίο. Η προσωπικότης της γυναικός, σαν συζύγου, μητρός, κόρης ή αδελφής προβάλλεται περιβεβλημένη με κύρος και αξία, όπως διαπιστώνομε σε πολλά δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα νοταριακά έγγραφα. Π.χ. ο Νικολής Γ. Μίσαλης "επειδή και να έχη χάρες και δούλευσες από την συμβία αυτού Αγγερούν, της χαρίζει και δωρείται/.../ το τρίτον των οσπιτίων του" (Έγγραφο του 1736 Βισβίζη 132). Σε άλλη δικαιοπραξία μάς κάμνει μεγάλη εντύπωσι η ωραία στην πρωτοτυπία της διατύπωσις της εξυψώσεως των θηλέων εις το ύψος των αρρένων. Συγκεκριμένα, σε προικοσύμφωνο που συνέστησαν το 1737 ο παπά Μιχάλης Γαλιάκης και η πρεσβυτέρα του, γονείς ενός γιού και μιας κόρης, ορίζουν τα κινητά και ακίνητα τα οποία προικίζουν στην κόρη τους και προαισθανόμενοι, οι συνετοί γονείς, ότι η κόρη των θα είναι, ίσως, στα τέλη των καλύτερα γηροτρόφος από τον γιό ή τη νύμφη επιφέρουν: "και από τα γεροντοτροφεία τα όμοια: να είναι και αυτή (η προικιζομένη κόρη των) αγόριν, να αμετέχη (εννοείται από κοινού με τον αδελφό της) εις καλόν και εις κακόν" (Βισβίζη 137). (Ιδέ και Ν.Ζ. Περρή: Η γυναίκα της Χίου, Χίος 1977). Οι τελευταίοι αυτοί λόγοι (της διαθήκης Γαλιάκη) μού ενθυμίζουν (α) τον στίχο 1368 από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ του Σοφοκλέους: "αιδ' άνδρες, ου γυναίκες, εις το ξυμπονείν", και (β) τους λόγους που είπαν οι γυναίκες στην Νωεμίν, την πενθερά της Ρουθ: "ή έστιν αγαθή σοι υπέρ επτά υιούς" (Ρουθ 4,15).

7. Γενικά, παρατηρούμε μια αγαθή διάθεσι από μέρους των διαθετών και μια εμπιστοσύνη προς τους "περιλειπόμενους". Δι’ αυτό δεν θέτουν όρους στην κληρονόμο των (Θεοδωρούλα) ούτε κατονομάζουν τους συγγενείς της Μαρίας και τους αναδεκτούς των. Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι διακρινόμενοι διά την φρονιμάδα των καλοπροαίρετοι κάτοικοι του μαρτυρικού νησιού δεν μετήρχοντο δόλια μέσα και απατηλά, διά ν' αποκομίσουν αθέμιτα κέρδη. Φόβος Θεού και έμπρακτος αγάπη προς τον συνάνθρωπο, βιώματα μεταβιβαζόμενα από γενεάς εις γενεάν (πρβλ. χιακό νανάρισμα εις Κανελλάκη 211,212 και Πολίτου: Εκλογαί 1932,187) χαρακτηρίζουν τους αγαθούς εκείνους νησιώτες οι οποίοι περίμεναν καρτερικά το εγερτήριο της Ελευθερίας συντηρούντες και συνδαυλίζοντες άσβεστα τα ζώπυρα της θρησκευτικής των πίστεως και της εθνικής των συνειδήσεως. Με άκρα φιλοπονία εθεράπευαν τη γη των "την αγαθήν εργάζεσθαι" (Ξεν. Ελλην.3,2,8) και την " τρηχείαν" (Οδύσ. ι 27) ή "παιπαλόεσσαν" (Οδύσ. γ 170) και με περισσή φιλοκαλία διεκρίθησαν άνδρες και γυναίκες στους τομείς της βιοτεχνίας. Σαν δραστήριοι έμποροι και ακαταπόνητοι ναυτίλοι ή μετανάστες ώργωναν αενάως τα κύματα και τις αγορές ανατολής και δύσεως. Έτρεφαν τις ψυχές των με τους χυμούς τίμιας πατρογονικής παραδόσεως και ώξυναν τις εύστροφες διάνοιες των με τα επιτεύγματα της Ευρώπης.

  Έτσι ανέδειξαν το νησί των σε φημισμένο κέντρο παιδείας και ζηλευτής οικονομικής προόδου και υπηρέτησαν τον νεοελληνικό κοινωνικό ιδεαλισμό (Δημ. Δανιηλίδη: Η νεοελληνική κοινωνία και οικονομία, έκδοσις Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985, 172, και Δημ. Γρ. Τσάκωνα: Κοινωνιολογία του νεοελληνικού πνεύματος, Αθήναι 1967,52).

  Έτσι μπόρεσαν να στήσουν επιβλητικούς βωμούς φιλαλληλίας μέσα στον τόπο των και εξ' απ' αυτόν, παντού όπου ηκούετο ελληνική λαλιά (Ιδέ και τις κρίσεις του Μ. Γεδεών περί της Χίου εις Εκκλησιαστική Αλήθεια, τομ. 9ος /1888-1889/σ. 324, Γ.Π. Γεωργιάδου: Ο εν Γαλατά ι. ναός του Αγίου Ιωάννου των Χίων, Κων/λις 1898 σ.231, και Fustel de Coulanges Η νήσος Χίος εκδ. Α. Καραβία, Αθήναι 1977 σ. 216 (κατά μετάφρασιν Κων. Χωρεάνθη).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ


1. Κων. I. Αμάντου : Γλωσσικά Μελετήματα, Αθήναι 1964.

2. Ν.Π. Ανδριώτη: Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Θεσ/κη 1971.

3. Φ.Δ. Αποστολοπούλου (και Ερ. Ανδρεάδη) : "Τα βαπτιστικά ονόματα ανδρών και γυναικών της Καππαδοκίας", εις Δελτίον Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τομ. Α', Αθήναι 1977.

4. Μ. Αγ. Βασιλάκη: Δανιήλ Κοντούδης, Χίος 1953.

5. Στ. Γ. Βίου: Η σύγχρονος Χίος και η παλαιά, Χίος 1937.

6. Ιακ. Βισβίζη: "Αι περιουσιακαί σχέσεις των συζύγων εις την Χίον", Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας ελλην. δικαίου, Αθήναι 1949.

7. Αλ. Δ. Γαλανού: Άγιος Γεώργιος Συκούσης, Χίος 1957.

8. Ιω. Ν. Γιούργαλι: Η Πισπιλούντα της Χίου, τομ. Α',Αθήναι 1967-1981.

9. Δημ. Γκίνη: "Το εξ εθίμων δίκαιον των Χίων επί τουρκοκρατίας" εις Ελληνικά, τομ. ΙΑ' (1939), 302-303.

10. Κ. Δαγκίστη: "Ετυμολ. Λεξικά της νεοελληνικής", Αθήναι 1978 α' τόμ., 1984 β' τόμος.

11. Δημητράκου: Μέγα Λεξικόν όλης της ελλην. Γλώσσης, Αθήναι 1964, τόμοι Α' - ΙΕ', έκδοσις Δομής.

12. Γ. I. Ζολώτα : Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1921 -1928 τόμοι Α' - Γ', επανέκδοσις 1973.

13. Στεφ. Δ. Καββάδα : α) Οι κώδικες της Χίου, Χίος 1950. β) Θυμιανούσικα έγγραφα, Χίος 1956,

14. Κ.Ν. Κανελλάκη: Χιακά ανάλεκτα, Αθήναι 1890, επανέκδοσις: Χίος Ημερολόγιο, Αθήνα 1983,

15. Χρ. I. Μονιώδη: Ο Ληθής, 1986.

16. Χ.Θ. Μπούρα: Χίος (οδηγός), Αθήναι 1974, έκδ. Εθν. Τραπέζης της Ελλάδος.

17. Α.Χ. Μπούτουρα: Τα νεοελληνικά κύρια ονόματα ιστορικώς και γλωσσικώς ερμηνευόμενα, Αθήναι 1912.

18. Π.Ν. Παπαρούνη: Τουρκοκρατία, έκδοσις Γρηγόρη.

19. Α.Γ. Πασπάτη: Το Χιακόν Γλωσσάριον, Αθήναι 1888.

20. Ν.Ζ. Περρή: Ο Κάμπος, Χίος 1972, τόμοι α' - β'.

21. I.Μ. Πουλής: Το Χαλκειός της Χίου, τόμος Γ΄ Αθήναι 1988.

22. Α.Π. Στεφάνου: Χιακά μελετήματα, τόμος Β΄, Χίος 1959.

23. Μαν. Τριανταφυλλίδη: Τα οικογενειακά μας ονόματα, Θεσ/κη 1982.




Πηγή: ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΧΙΟΣ (τ. 9ος) 2003-2004



  © 2011 - 2017 vasileoniko.gr

Κατασκευή : Φώτης Φραγκάκης