Ένας δικτυακός τόπος αφιερωμένος στο χωριό μας!

Επισκέπτες
 Σήμερα : 13 
 Εχθές : 27 
 Συνολικά : 169789 
27.05.2024, 10:19 Europe/Athens
Γιορτάζουν

Το Χωριό μας » Ιστορία » Μνήμες και Παραδόσεις » Ο Παπά Τρύφος (μέρος 2ο)

Ο Παπά Τρύφος (μέρος 2ο)



της Δ. Γ. ΜΑΡΗ


Ένα βράδυ μας έδειξε το θαμπό φεγγάρι μέσα σ’ ένα σκούρο κύκλο.
Αύριο, είπε με βεβαιότητα, θάχομε νερά! Πολλά νερά!! Γιατί τον ρωτούσαμε με απορία. Και εκείνος με την περηφάνεια της γνώσης μας απάντησε: “Κύκλον έχει το φεγγάρι ή βροχή ή ανεμοζάλη”, έλεγαν οι παλιοί και σοφοί άνθρωποι του τόπου μας.
Ο Πατήρ Κορνήλιος ακόμα του συνιστούσε να διαβάζει με προσοχή την Αποκάλυψη του Ιωάννου κι αυτός διαβάζοντάς την του ζητούσε διάφορες εξηγήσεις. Εκείνος του τις έδιδε σύμφωνα με την κρίση του και τις εξηγήσεις που του είχαν δώσει και εκείνου άλλοι κληρικοί και καλογεροπαπάδες. Ο Παπά Τρύφος την αποκάλυψη τη διάβαζε καθημερινά επηρεασμένος, εντυπωσιασμένος και απορημένος. Συσχέτιζε ό,τι διάβαζε με τα καθημερινά γεγονότα του κόσμου, που αφορούσαν το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας, σύμφωνα φυσικά με τους οραματισμούς του Αγίου Ιωάννου.
Μας εξηγούσε λοιπόν και εμάς.
“Λέει, που λέτενε, η αποκάλυψις ότι θάρθει μια μέρα μια εποχή που ολόκληρο το ανθρώπινο γένος θα εξαλειφθεί, ότι θα κυριαρχήσει, σε απροσδιόριστο χρόνο, ένα γένος ξανθό, και ο κόσμος φτου και από την αρχή θα ξαναγίνει πιο όμορφος πιο δίκαιος και πιο καλός.
Φτωχοί και πλούσιοι δεν θα υπάρχουνε. Όλοι θάναι το ένα και θα ζούνε με ομόνοια, αγάπη και δικαιοσύνη. Τι όμορφα που θάναι μα εγώ θα πεις που θάμαι και εσείς φυσικά και όλοι οι συνάνθρωποι του σήμερα”.
Εμείς γελούσαμε, και εκείνος θύμωνε.
Γελάτε γελάτε, μας έλεγε. Μα ξεχνάτε πως δεν πάμε καθόλου καλά παιδάκια μου. Ψέματα; ρωτούσε τη μητέρα.
Αυτή η αναθεματισμένη η ατομική μπόμπα δεν είναι έργα του διαόλου;
Στο πι και φι μ’ αυτήν δεν κάνανε δυό πόλεις της Ιαπωνίας σκόνη; Άργητο τοχετένε μαθές να κάμουνε και τον κόσμο όλο; Αχ παιδάκια μου να μην μας αξιώσει ο Θεός να δούμενε τέτοια πράγματα. Πολέμους σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς. Σόδομα και Γόμορα. Σώσον Κύριε τον λαόν σου. Είθε Κύριε το έλεός σου εφ’ ημάς. Αμήν αμήν ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου. Έκανε την προσευχή του ως συνήθως ο Πατήρ Κορνήλιος του μιλούσε του Παπά- Τρύφου και για τη Δευτέρα Παρουσία και όταν μας τα μετέδιδε ήτανε πραγματικά της λύπησης ο χριστιανός.
Έβλεπες έναν άνθρωπο που πίστευε και εφοβότανε σαν μικρό παιδάκι που ακούει παραμύθια με τους Δράκουλες και τρέμει. Ξαφνικά, αναφωνούσε ανακουφισμένος και τρομάξαμε εμείς τότε: “Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου”. Και συνειδητοποιώντας ότι βρισκότανε μπροστά μας μας εξηγούσε πάλι σαν παιδάκι.
Έτσι μου λέει ο Πατήρ Κορνήλιος να λέω και έτσι μας αποστόμωνε και έκρυβε και εκείνος τους φόβους και τις απορίες του.
Περπατούσε και έψαλλε τροπάρια και βίους Αγίων, Ψαλμούς, Δοξαστικά και Ύμνους. Ετερέριζε Αποστόλους όξω φωνή και αντιλαλούσε η ερημιά. Έδενε και ξανάδενε, μετάδενε και ξαναμετάδενε τα πρόβατα μες τα χωράφια όλην την ημέρα και καθότανε κάτω από τις ελιές και τις αμυγδαλιές μέχρι να σουρουπώσει να τα πάρει να φύγει για το σπίτι του. Πήγαινε κάθε βράδυ και άναβε τα καντήλια των εκκλησιών, κτυπούσε τις καμπάνες των ερημοκκλησιών, τις Κυριακές και τις γιορτές, και, καταμόναχος, έψαλλε εσπερινούς και όρθρους, αυγές και βράδια. Μια φορά, πριν καλά καλά φέξει, πήγε να πάρει το κασόνι από κάτω από το καμπαναριό του Αγιού Γιαννιού για κάποιον γείτονα πούχε πεθάνει. Δεν το βρήκε στη θέση του και καθώς το έψαχνε, ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά το σκουντούφλησε έτσι όπως ήτανε καταγής βαλμένο. Έσκυψε να το σηκώσει μα ήτανε βαρύ και δεν σηκωνότανε.
Προσπαθώντας να το σηκώσει ψέλιζε θυμωμένος: “Α στον διάτανο! Μωρέ τι βάλανε μέσα; Τι σκατά βάλανε μέσα και δεν σηκώνεται”;
Και αμέσως μια νυσταγμένη φωνή του απάντησε βραχνά. “Δε τα βάλανε! Παπά μου μόνα τους μπήκανε μέσα”. Ο Παπά Τρύφος ελολάθηκε από το φόβο του. Πετάχτηκε έξω, μα γρήγορα συνήλθε. Γνωρίζοντας τη φωνή, έξω φρενών ξαναμπήκε κάτω από το καμπαναριό και φώναξε έντονα. “Κακοχράχεις, μεθύστακα, έδωνά βρε κουτεντέ ήβρες να μπεις να κοιμηθείς;
Με κοψοχόλιασες αντίχριστε. Εδωνά βρε σερσέμη μπαίνουνε πεθαμένοι και όχι ζωντανοί”. Και τότε η Σκούνα – το Στελλάκι – του απάντησε αργά αργά ως το συνήθιζε. “Μα εγώ καλέ παπά μου κρύωνα και ήμπα ζωντανός μες τη λετέρα να κοιμηθώ, ήκαμα μαθές παπά μου καένα κακό του Αγίου ή του κασονιού”;
Και ο Παπά Τρύφος, πούταν απέραντα καλός και είχε καρδιά μικρού παιδιού και ήτανε από γεννησιμιού του λυπησάρης, πήγε κοντά του, τον βοήθησε να σηκωθεί, τραβώντας τον έξω από την κασέλα και του είπε γλυκά.
“Έλα, έλα τώρα μωρέ Σκούνα να κάμομε ένα καφεδάκι να συνεφέρομε και οι δυο και καλό βράδυ νάχομε. Ξέρεις βρε Στελλάκι, ψες το βράδυ πέθανε ένας γείτονας εκεί κάτω στον ποταμό. Παιδιά σκυλιά δεν άφησε, άφησε όμως βιός μεγάλο. Σ’ όλη τη ζωή του μάζευε χωρίς ποτέ ο τσιφούτης, να δώσει του Αγγέλου του νερό. Σκέπτομαι λοιπόν τώρα βρε Στελλάκι πού θα το πάει τόσο βιός; Μαζί του τίποτε δεν παίρνει κανένας. Άρα ό,τι και αν έχεις, και όσα και αν έχεις μένουν όλα εδώ. Διαθήκη είμαι σίγουρος ότι δεν θ’ άφησε, γιατί θα σκεπτότανε σαν τον πλούσιο εκείνο Ρώσσο τι τρόπο μπορούσε να βρει για να τα πάρει μαζί του”. Και άρχισε να φιλοσοφεί μαζί με τη Σκούνα, πίνοντας συγχρόνως το καφεδάκι τους, που εν τω μεταξύ είχε φτιάξει στο κελλί ο Παπά Τρύφος. “Εδώ λοιπόν μένουμε όλα, μαζί με τα έργα τα καλά και τα κακά. Και ξέρεις κάτι Στελλάκι, σκέπτομαι και κολάζομαι, πολύ κολάζομαι που το λέω πως δεν υπάρχει πούγετις τίποτις, δείχνοντας συγχρόνως με το χέρι του ψηλά στον ουρανό.
Σαν συλλογιέμαι, εσυνέχισε, πόσα παλλικάρια σκοτωθήκανε στους δρόμους της επιστροφής και πόσες χιλιάδες άνθρωποι χύσανε τη ζωή τους από τους κερατάδες τους Γερμανούς, κολάζομαι και πνίγομαι στις αμφιβολίες, μωρή Σκούνα. Αχ, τότε λέω που πεθαίνανε οι χιλιάδες άνθρωποι από την πείνα σαν τις μύγες, πότε προλάβαινε ν’ ανοιγοκλείνει ο Άγιος Πέτρος την πόρτα τ’ απάνω κόσμου και να βάζει μέσα σωρό κουβάρι ανθρώπινα κουφάρια; Κολάζομαι, Σκούνα, κολάζομαι και πνίγομαι στις αμφιβολίες”. Τότε η Σκούνα, που μόνο άκουγε, του είπε με σιγουριά “Καλά κάμνεις και κολάζεσαι Παπά μου, γιατί, αν δεν κολαζόσουνα, θάσουνα μαθές Άγιος κι εσύ”;
“Βρε”, έλεγε και ξανάλεγε για μέρες ο Παπά Τρύφος. “Μωρέ, μια Σκούνα μούπε την αλήθεια και με παρηγόρησε”.
Ήτανε άκακος, σωστός, λογικός. Το καθήκον του με πλήρη συναίσθηση ήθελε να κάμνει πάντοτε, και ό,τι και όπως το έκανε του φαινότανε λίγο. “Να κηρύττεις έλεγε είναι εύκολο, να κάμνεις είναι δύσκολο. Κι εγώ που θέλω να τα κάμνω και τα δυο υποφέρω και στεναχωριέμαι”.
Απλοϊκός και δίκαιος, αγαπήθηκε πολύ, γιατί κι εκείνος ήξερε ν’ αγαπά τον πλησίον του, όποιος και αν ήτανε.
Έκανε Παπάς στο Βασιλειώνοικο, στον Άγιο Γιώργη, και απ’ εκεί ξεπηδούσε ως του Γρου, και εύρισκε τον Παπά Ηλία Λίναρη. Αντλούσε από εκείνον μεγάλη χριστιανοκοινωνική πίστη και σοφία.
Ο Παπά Λίναρης ήτανε μορφωμένος πολύ και φιλοσοφημένος άνθρωπος και κληρικός. Έδωσε στον Παπά Τρύφο να διαβάσει ένα βιβλίο. Τον Αγρόν του Θερισμού. Ο Παπά Τρύφος το διάβασε και την κεντρική ιδέα του βιβλίου έκανε μετά χαράς σκοπό της ζωής του.
Κτίζετε έλεγε, τον Οίκο του Θεού στις ψυχές των ανθρώπων και ύστερα μαζί μ’ αυτούς κτίζετε τον Οίκο του Θεού.
Κάποτε πληροφορήθηκε ότι μια οικογένεια με πολλά ορφανά παιδάκια είχε μεγάλη ανάγκη βοηθείας, γιατί η προστάτιδά τους, η μάνα τους, ήταν βαρεία άρρωστη με καρκίνο. Ο Παπά Τρύφος συγκλονίστηκε.
Ανασκουμπώθηκε γρήγορα. Ζήτησε από τους επιτρόπους το ταμείο της εκκλησίας, πράγμα που φυσικά οι επίτροποι αρνήθηκαν. Γιατί τους ρώτησε; “Εμείς, η Εκκλησιά, δεν πρέπει να βοηθούμε, να στέργομε, να ανακουφίζομε”; “Ναι πάτερ μα ξέρετε τα χρήματα είναι για του ενορίτες μας”. Ο Παπά Τρύφος στάθηκε, διαμαρτυρήθηκε έντονα. “Μόνο οι ενορίτες μας έρχονται στη χάρη του και ανάβουνε κεράκι; Η χάρη του είναι για όλο τον κόσμο, γιατί όλος ο κόσμος επικαλείται την χάρη του και ρίχνει τον οβολόν του”.
Με τέτοιες και με μεγαλύτερης σημασίας απορίες έμενε απορημένος και προβληματισμένος πάντοτε, και φοβούμενος τα κρίματα περπατούσε και μουρμούριζε σαν ξεμωραμένος.
“Ήμαρτον Κύριε στον ουρανό και ενώπιόν σου και ουκ έστιν εμοί άξιος ονομασθήναι υιός σου, “Ελέησόν με ο θεός κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τον ανόμημά μου”.
Δεν του άρεσαν μερικά πράγματα που γινότανε εις βάρος της πίστης μας π.χ. τα μπομπάκια κατά την Ανάσταση, που τόσο πολύ φοβότανε.
Μια χρονιά, στο Βασιλειώνοικο, τη βραδυά της Ανάστασης χαλούσε εκεί ο κόσμος από τα βαρελότα. Έπρεπε να βγει ο Παπά Τρύφος στο Προαύλιο, ν’ αναστήσει μα φοβότανε και δεν έβγαινε. Να σταματήσουν πες τε τους έλεγε και έτρεμε σαν το φύλλο του δέντρου. Μέχρι να τον πείσουνε να βγει ν’ αναστήσει κόντευε να ξημερώσει.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ήτανε πια Παπάς στον Άγιο Τρύφο, και υπηρέτησε την εκκλησία σύμφωνα με το τάμα της μάνας του, ως που τον κάλεσε ο Κύριος κοντά του, τον Ιούλιο του 1975.
Βασιλειωνοικούσοι και Καμπούσοι, και μια μερίδα του κλήρου τον θυμούνται με σεβασμό. Ας είναι η μνήμη αιώνια!!




  © 2011 - 2024 vasileoniko.gr
Κατασκευή : Φώτης Φραγκάκης